Κώστας Καρυωτάκης: 89 χρόνια από τον θάνατό του

Ο Κώστας Καρυωτάκης, αυτοκτονεί σαν σήμερα πριν από 89 χρόνια στην Πρέβεζα. Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της γενιάς του αλλά και της χώρας, καθώς ήταν από τους πρώτους που εισήγαγε στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση της δεκαετίας του ’20.

Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και εξ’ αιτίας του επαγγέλματος του πατέρα του η οικογένεια Καρυωτάκη άλλαζε συχνά μέρος κατοικίας. Έπειτα από πολλές περιπλανήσεις κατέληξαν στα Χανιά όπου και έμειναν μέχρι το 1913. Εκεί ο Καρυωτάκης σε ηλικία 13 ετών δημοσίευσε κάποια ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά. Στα 17 του, ερωτεύεται την Άννα Σκορδύλη από τα Χανιά, έρωτας που θα τον σημαδέψει.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του “Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων” δημοσιεύεται τον Φεβρουάριο του 1919, 2 χρόνια μετά την αποφοίτησή του από την Νομική Αθηνών.  Η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή δεν θα λάβει ιδιαίτερα θετικές κριτικές.  Το επάγγελμα του δικηγόρου θα προσπαθήσει να το ακολουθήσει, όμως η έλλειψη πελατείας τον ωθεί να αναζητήσει εργασία ως δημόσιος υπάλληλος, εργασία την οποία απεχθανόταν.

Στην διάρκεια του ίδιου χρόνου (1919) εκδίδει το σατιρικό περιοδικό “Η Γάμπα” περιοδικό του οποίου η κυκλοφορία απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Το 1921, δημοσιεύει την δεύτερη συλλογή του, με τίτλο “Νηπενθή”. 

Μαρία Πολυδούρη 

Ο Καρυωτάκης γνώρισε την Μαρία στην Νομαρχία Αττικής, όπου ήταν συνάδελφοι και συνδέθηκε μαζί της. Η Άννα Σκορδύλη, παρ’ όλο που είχε παντρευτεί, δεν είχε φύγει ακόμη από το μυαλό του. Η Πολυδούρη του πρότεινε να παντρευτούν, παρ’ ότι γνώριζε πως ο Κώστας έπασχε απο σύφιλη. Όταν της το ανακοίνωσε, εκείνη απάντησε με μια επιστολή στις 12/10/28, η οποία αποκαλύπτει τα συναισθήματά της για αυτόν:

“Ω! αν ήξερες πόσο κακό μου κάνει να σκέπτομαι πως συ, το ευγενικό και εξιδανικευμένο πλάσμα με τη θεϊκή ψυχή, φέρεσαι έτσι από ανάγκη στις ελεεινές αυτές ακάθαρτες γυναίκες που σου χάλασαν την υγεία σου…πόσο κακό μου κάνει…πόσο κακό!….” 

Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και την Γερμανία. Τον Δεκέμβριο του 1927 εκδίδεται η τελευταία ποιητική του συλλογή, με τίτλο “Ελεγεία και Σάτιρες”.

Λίγο μετά τον Φεβρουάριο του 1928, όπου μέχρι τότε είχε αποσπαστεί στην Πάτρα, βρέθηκε στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς δείχνει την απόγνωση του για την επαρχιακή ζωή και την μικρότητα της τοπικής κοινωνίας.

Η φωτογραφία τον δείχνει κουστουμαρισμένο με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος.

Στις 20 Ιουλίου, μια μέρα πριν τον θάνατό του, ο Καρυωτάκης προσπάθησε να αυτοκτονήσει μέσω του πνιγμού, τελικά όμως δεν τα κατάφερε. Την επόμενη μέρα όμως, 28 Ιουλίου 1928, ώρα 2:30 μ.μ ο ποιητής πήγε στο καφενείο “Ο Ουράνιος Κήπος” και παρήγγειλε μια βυσσινάδα. Ο ιδιοκτήτης παραξενεύτηκε, διότι ο ποιητής του άφησε 75 δρχ. πουρμπουάρ, ενώ το αναψυκτικό κόστιζε μόλις 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν. Ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε με περίστροφο(το οποίο φυλάσσεται από το 2003 στο Μουσείο Μπενάκη) τύπου  Pieper Bayard 9mm, ώρα 4:30 μ.μ σε ηλικία 32 ετών. Ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο “Ουράνιος Κήπος” προς την θέση Βαθύ της Μαργαρώνας. Εκεί, ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά. Η τότε χωροφυλακή τράβηξε φωτογραφία το πτώμα η οποία έχει δημοσιευθεί και τον δείχνει κουστουμαρισμένο με ψαθάκι και με το χέρι με το πιστόλι στο στήθος. Στη θέση αυτή, βρίσκεται σήμερα αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: “Εδώ στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης”. 

Η επιστολή

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές (!!!), είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας» Κ.Γ.Κ.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου». Κ.Γ.Κ.

Γιατί, όμως, αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης;

Η αφορμή που τον οδήγησε στην αυτοκτονία παραμένει μυστήρια. Η κατάθλιψη φαίνεται να τον ώθησε στην πράξη αυτή, όμως, τι ήταν αυτό που έπαιξε τον τελικό ρόλο;

“Ο Καρυωτάκης ήταν συνδικαλιστής. Ορισμένα δημοσιεύματα με την υπογραφή του, αλλά και με ψευδώνυμα” αναφέρει η μελετήτρια του έργου του ποιητή, Χριστίνα Ντούνια, “που αποκαλύπτουν την διασπάθηση του δημόσιου χρήματος και την αναξιοκρατία τον φέρνουν αντιμέτωπο με τον ίδιο τον Υπουργό. Έτσι δημιουργήθηκε  μια σκευωρία σε βάρος του ενοχλητικού συνδικαλιστή Κ. Γ. Καρυωτάκη με αποτέλεσμα τη διατύπωση μιας χαλκευμένης κατηγορίας που τον  πιέζει ασφυκτικά  τις τελευταίες μέρες της ζωής του.” 

 

Μέσα στην τελευταία επιστολή του, ο Καρυωτάκης αναφέρεται σε μια χυδαία πράξη. Η κυρία Ντούνια, παρά την άρνηση του Σαββίδη, ερμηνεύει ότι αυτή η χυδαία πράξη είναι πιθανότατα, σύμφωνα με τη δική της έρευνα, η μαστροπεία. Ο Σαββίδης, όπως είπαμε, είχε αποκλείσει την μαστροπεία και είχε πιθανολογήσει την χρήση ναρκωτικών από τον ποιητή. Όμως, κανείς δεν κάνει λόγο για χρήση ναρκωτικών από τον Καρυωτάκη. Επομένως, η πιθανότητα της μαστροπείας παραμένει, καθώς οι σχέσεις του Καρυωτάκη με γυναίκες κοινές θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρόσφορο πεδίο εκμετάλλευσης από τους συκοφάντες του. “Από τα συμφραζόμενα της επιστολής προκύπτει το συμπέρασμα ότι η κατηγορία πρέπει να αφορούσε σε μια υποτιθέμενη «ατιμωτική» δραστηριότητα του Καρυωτάκη, σε ένα «επάγγελμα» για το οποίο όμως δεν ήταν, όπως λέγει ο ίδιος, ο «κατάλληλος άνθρωπος». Από την άλλη πλευρά γνωρίζουμε ότι ο Καρυωτάκης, όπως και άλλοι θερμόαιμοι νέοι της εποχής του σύχναζε σε «καφέ σαντάν» και σε οίκους ανοχής.” Η κυρία Ντούνια συνεχίζει: “Ένας δημόσιος υπάλληλος και ταυτόχρονα ενοχλητικός συνδικαλιστής, που συχνάζει στα κακόφημα σπίτια, δεν αργεί να γίνει στόχος του τμήματος ηθών, το οποίο διαθέτει τους σπιούνους του και συνεργάζεται με το τμήμα προστασίας του κράτους από τον «κομμουνιστικό κίνδυνο». Δεν είναι λοιπόν δύσκολο  να σκηνοθετήσουν μια  κατηγορία περί μαστροπείας και μάλιστα με τη συνδρομή μαρτύρων.” 

Ο Καρυωτάκης κατά την παραμονή του στην Πρέβεζα πιθανότατα ενημερώθηκε για αυτήν την βαριά κατηγορία εις βάρος του. Η ψυχική του υγεία ήταν ήδη εξασθενημένη από τις συναισθηματικές και επαγγελματικές του απογοητεύσεις. Αν προσθέσουμε και την μόνιμη απειλή της αρρώστιας του, αυτή η τελευταία κατηγορία τον έφερε περισσότερο παρά ποτέ πιο κοντά στο κατώφλι του θανάτου και τελικά τον έσπρωξε.

Ήταν, όπως φαίνεται, ένας άνθρωπος ευαίσθητος που δεν μπόρεσε να αντέξει αυτόν τον σκληρό κόσμο και αποφάσισε να τον αφήσει.

89 χρόνια λοιπόν από τον θάνατο του Κώστα Καρυωτάκη, κι εμείς σας παραθέτουμε ένα όμορφο ποίημά του: 

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ —
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλον ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ‘ζησα ζωή!

Από την ποιητική συλλογή “Νηπενθή”.

*Πληροφορίες αντλήθηκαν από το Σαν σήμερα, από την Βικιπαιδεία, από το Lifo και από το ebooks.edu

Advertisements

One comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s