Βίνσεντ Βαν Γκογκ: ένας ζωγράφος μπροστά από την εποχή του

Σαν σήμερα στις 29 Ιουλίου πεθαίνει στα 1890 ο μετά-ιμπρεσιονιστής ζωγράφος Βίνσεντ Βαν Γκογκ με μια σφαίρα στην καρδιά, σε ηλικία 37 ετών.

Ο Βαν Γκογκ γεννήθηκε στις 30 Μαρτίου 1853 και ήταν ο μεγαλύτερος γιος μιας οικογένειας με οκτώ παιδιά. Ο Βίνσεντ δεν έλαβε την αγάπη και την στοργή από τους γονείς του και παρουσίασε από πολύ νωρίς σημάδια μελαγχολίας και κατάθλιψης.

Σε ηλικία 16 ετών, αφού δεν είχε στεριώσει μέχρι τότε σε καμία δουλειά, άρχισε να δουλεύει ως έμπορος τέχνης στην εταιρεία Goupilator&Company. Το 1873 η εταιρεία τον μεταθέτει στο Λονδίνο και αργότερα στο Παρίσι. Η δουλειά του πωλητή, όμως, δεν φαινόταν να τον εξιτάρει διόλου. Μάλιστα, όπως λέει ο ίδιος σε γράμμα προς την αδελφή του Γουιλελμίνα «Οι γκαλερί είναι υποχείρια όσων έχουν τα χρήματα. Μόλις το ένα δέκατο όλων των αγοραπωλησιών έχουν σχέση με την πραγματική τέχνη». Έτσι, με γνήσιο χαρακτηριστικό του την ειλικρίνεια, ο Βαν Γκογκ δεν μπορούσε να πει ψέματα ή ανακρίβειες για να κάνει μια πώληση και συχνά κατέληγε να δίνει την δική του, αφιλτράριστη άποψη για το έργο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να απολυθεί από την δουλειά του και να αρχίσει to 1876 σπουδές θεολογίας στο Άμστερνταμ. Μετά από δύο χρόνια αναλαμβάνει χρέη ιεροκήρυκα σε ένα χωριό ανθρακωρύχων του Βελγίου, το Μπορινάζ. Έξι μήνες κήρυττε ο Βαν Γκογκ σε αυτό το χωριό ενώ ταυτόχρονα ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Μάλιστα, ήταν τέτοια η συμπόνια του για τους φτωχούς ανθρακωρύχους που συχνά τους έδινε τα ρούχα και τα τρόφιμα που του έστελναν οι δικοί του. Αυτή πρέπει να είναι και η περίοδος κατά την οποία ξεκινά να σχεδιάζει μικρά έργα και πιθανόν αποφασίζει να ασχοληθεί με την τέχνη.  Ζωγραφίζει πίνακες με κοινωνικό περιεχόμενο και μετά από λίγο επιστρέφει στους γονείς του με το ηθικό πεσμένο.

Αποτέλεσμα εικόνας για βαν γκογκ

Σε ηλικία 27 ετών παρακολούθησε μαθήματα τα οποία σύντομα έληξαν αφού ή τσακώνονταν με τους καθηγητές ή τον απέβαλλαν. Το 1888, ο Βαν Γκογκ μετακόμισε στην πόλη Αρλ της Νότιας Γαλλίας και αφιερώθηκε στη ζωγραφική. Συγκατοικούσε με έναν άλλο ζωγράφο, τον Πολ Γκογκέν, με τον οποίο ο Βαν Γκογκ ανέπτυξε πολύ στενή φιλία. Ο Βαν Γκογκ πέρασε εκείνη την εποχή μια από τις ευτυχέστερες περιόδους της ζωής του. Ο φίλος του όμως, ο Γκογκεν, καθώς ήταν κουρασμένος από τις παραξενιές του Βαν Γκοgκ, δεν ένιωθε το ίδιο. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1880 αποφασίζει να μετακομίσει. Στις 23 Δεκεμβρίου το ανακοίνωσε στον ζωγράφο και βγήκε για την καθιερωμένη βραδινή του βόλτα. Ο Βαν Γκογκ τον ακολούθησε κρατώντας ένα ξυράφι και με την πρόθεση να τον δολοφονήσει. Ο φίλος του, όμως, όταν τον είδε, δεν αντέδρασε και έτσι ο Βαν Γκογκ δεν προέβη σε καμία αποτρόπαιη πράξη. Σπίτι, όμως, ο θυμός τον έτρωγε. Ξαφνικά, άρπαξε το ξυράφι και έκοψε ένα κομμάτι από το αριστερό του αφτί, το τύλιξε με μια πετσέτα, το πήγε στον τοπικό οίκο ανοχής και το δώρισε στην αγαπημένη του πόρνη.

Όταν, την επόμενη μέρα, ο φίλος του γύρισε (είχε διανυκτερεύσει σε ξενοδοχείο), βρήκε τον Βαν Γκογκ ξαπλωμένο στο κρεβάτι μέσα στα αίματα. Κάλεσε την αστυνομία και μόλις διαπιστώθηκε ότι ήταν ζωντανός, κλείστηκε με την θέλησή του σε ψυχιατρείο, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια. Τα χρόνια αυτά ήταν χρόνια απερίσπαστης δουλειάς αφού είχε καταλήξει να τελειώνει έναν πίνακα τη μέρα. Όταν βγήκε, δεν είχε ακόμη καταφέρει να αποκτήσει την ψυχολογική ισορροπία που ζητούσε.

Στις αρχές Ιουλίου του 1890, έστειλε γράμμα στον αδερφό του: «Νιώθω… αποτυχημένος. Αυτό είναι όλο. Νιώθω ότι αυτό είναι το πεπρωμένο μου και το αποδέχομαι. Δεν θα αλλάξει ποτέ». Στις 27 του μήνα, ο Βαν Γκογκ αυτοπυροβολήθηκε στην καρδιά, αλλά δεν πέθανε ακαριαία. Περπάτησε μέχρι το σπίτι του, όπου τον περιποιήθηκαν δύο γιατροί, οι οποίοι δεν κατάφεραν να του προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια. Ο Βαν Γκογκ αργοπέθαινε, όμως πρόλαβε να έρθει να τον δει ο αδερφός του, Θιο, που ήταν βαριά άρρωστος με πνευμονία. Άφησε την τελευταία του πνοή στης 29 Ιουλίου του 1890 και έξι μήνες μετά πέθανε και ο αδερφός του, ο οποίος ήταν πια ένας καταξιωμένος έμπορος τέχνης Τα τελευταία λόγια που είπε στον αδερφό του ήταν: «Η θλίψη θα κρατήσει για πάντα».

Κι Βος

Ο Βαν Γκογκ δεν απέκτησε οικογένεια, γνώρισε όμως τον δυνατό έρωτα. Όταν, μετά την αποτυχημένη του προσπάθεια να γίνει ιεροκήρυκας κατέφυγε στους γονείς του, γνώρισε την πρώτη του ξαδέρφη, την Κι Βος και την ερωτεύτηκε. Όταν της το ανακοίνωσε, εκείνη όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε αλλά έγινε έξαλλη με την ανηθικότητα του ξαδέρφου της να ερωτευτεί μια τόσο στενή συγγενή. Όσο κι αν προσπάθησε τα χρόνια που ακολούθησαν, η Κι Βος δεν έγινε ποτέ δική του.

Ερωτεύτηκε άλλη μια φορά, μια πάμπτωχη πόρνη, την Σιεν, η οποία ήταν βαριά άρρωστη. Την φιλοξενούσε στο σπίτι του και την συντηρούσε με τα ελάχιστα χρήματα που του έστελνε ο αδελφός του.

Η αναγνώριση

Πολύ γνωστά έργα του Βαν Γκογκ είναι η “Έναστρη νύχτα”, το “Υπνοδωμάτιο στην Αρλ” το “Βάζο με δεκαπέντε ηλιοτρόπια” και άλλα. Ο Βαν Γκογκ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες στην ιστορία της τέχνης. Ήρθε σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές Εντγκάρ Ντεγκά, Καμίλ Πισαρό, Πωλ Γκωγκέν και Τουλούζ Λωτρέκ. Επηρεάζεται σημαντικά από το κίνημα του ιμπρεσιονισμού και ειδικότερα σε ότι αφορά τη χρήση του χρώματος. Ο ίδιος ο βαν Γκογκ κατατάσσεται περισσότερο στους μετά-ιμπρεσιονιστές ζωγράφους. Χρησιμοποίησε συχνά τεχνικές των ιμπρεσιονιστών αλλά διαμόρφωσε παράλληλα και ένα προσωπικό ύφος, το οποίο διακρίνεται από την χρήση συμπληρωματικών χρωμάτων που οι ιμπρεσιονιστές αποφεύγουν. Ο Βαν Γκογκ επινόησε μία ιδιαίτερη τεχνική των στροβιλισμάτων με το πινέλο ενώ στους πίνακές του κυριαρχούν έντονα χρώματα, όπως κίτρινο, πράσινο και μπλε, με χαρακτηριστικά δείγματα τα έργα “Έναστρη νύχτα” και μία σειρά πινάκων που απεικονίζουν ηλιοτρόπια.

Παρ’ όλο που δημιούργησε σε διάστημα 10 ετών περισσότερους από 800 πίνακες και 1000 μικρότερα έργα, όσο ήταν εν ζωή πούλησε μόνο έναν πίνακα! Ακριβώς! Ο Βαν Γκογκ είναι η περίπτωση του καλλιτέχνη που αναγνωρίστηκε μετά τον θάνατό του. Η φήμη του εξαπλώθηκε ραγδαία με αποκορύφωμα μεγάλες εκθέσεις έργων του που πραγματοποιήθηκαν στο Παρίσι (1901), στο Άμστερνταμ (1905) την Κολωνία (1912) την Νέα Υόρκη (1913) και το Βερολίνο (1914).

Σαν σήμερα, λοιπόν, πριν από 127 χρόνια αφήνει την τελευταία του πνοή ο μεγάλος ζωγράφος Βίνσεντ Βαν Γκογκ και εμείς είμαστε εδώ για να θαυμάζουμε ακόμη τα έργα του.

*Πληροφορίες αντλήθηκαν από την Βικιπαιδεία και την Μηχανή του Χρόνου.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s