Η Jane Austen μέσα από τα μάτια του αδελφού της, Henry Austen.

Αποτέλεσμα εικόνας για JANE AUSTENΤο σημείωμα αυτό, γραμμένο από τον μεγαλύτερο αδερφό της Τζέην Ώστεν, συνόδευε την έκδοση των μυθιστορημάτων Το Αββαείο του Νορθάνγκερ και Πειθώ, που εκδόθηκαν μαζί, σε τέσσερις τόμους, μετά το θάνατό της. Εκεί δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το όνομα της συγγραφέως.  

Θέλησα λοιπόν να το παραθέσω εδώ όπως το βρήκα στο βιβλίο Το Αββαείο του Νορθάνγκερ των εκδόσεων Σμίλη.

 

Οι σελίδες που ακολουθούν βγήκαν από μια πένα που έχει ήδη προσφέρει πολλά στην ψυχαγωγία του κοινού. Και μόλις το κοινό, το οποίο δεν έμεινε ασυγκίνητο από το Λογική και ευαισθησία, το Υπερηφάνεια και προκατάληψη, το Μάνσφηλντ Παρκ και την Έμμα, μάθει ότι το χέρι που καθοδηγούσε την πένα αυτή βρίσκεται τώρα στον τάφο, ένα μικρό σημείωμα για την Τζέην Ώστεν θα διαβαστεί ίσως με αισθήματα θερμόμετρα από την απλή περιέργεια.

Λιγοστό και εύκολο είναι το έργο του απλού βιογράφου της. Μια ζωή αφιερωμένη στην προσφορά, στα γράμματα και στη θρησκεία δεν ήταν οπωσδήποτε ζωή πολυτάραχη. Για εκείνους που θρηνούν το χαμό της είναι κάποια παρηγοριά να θυμούνται ότι στον κύκλο της οικογένειας και των φίλων της δεν άκουσε ποτέ, γιατί ποτέ δεν της άξιζε, μια λέξη αποδοκιμασίας· ότι οι επιθυμίες της, που ήταν πάντα λογικές, δεν έμειναν ποτέ ανικανοποίητες· και ότι στις μικρές απογοητεύσεις, τις σύμφυτες με την ανθρώπινη ζωή, δεν ήρθε ποτέ, ούτε στο ελάχιστο, να προστεθεί οποιαδήποτε άμβλυνση της αγάπης εκείνων που την γνώριζαν.

Η Τζέην Ώστεν γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1775 στο Στήβεντον, στην κομητεία Χάμσαϊρ. Ο πατέρας της ήταν εφημέριος της ενορίας περισσότερα από σαράντα χρόνια. Έζησε εκεί, ασκώντας ευσυνείδητα και ολομόναχος τα ιερατικά του καθήκοντα, μέχρι τα εβδομήντα του χρόνια. Τότε αποσύρθηκε μαζί με τη γυναίκα του, τη συγγραφέα μας και την αδελφή της στο Μπαθ, όπου πέρασε τα υπόλοιπα τέσσερα περίπου χρόνια της ζωής του. Επειδή ήταν άνθρωπος τεραστίας μορφώσεως και με οξύτατη αίσθηση όλων των μορφών της λογοτεχνίας, δεν είναι απορίας άξιο που η κόρη του Τζέην γοητεύθηκε σε πολύ μικρή ηλικία από τις χάρες της γραφής και ρίχτηκε με ενθουσιασμό στην καλλιέργεια του προσωπικού της λόγου. Μετά το θάνατο του πατέρα της εγκαταστάθηκε για ένα μικρό διάστημα, μαζί με τη μητέρα της και την αδελφή της, στο Σάουθάμπτον, και τελικά, το 1809 στο όμορφο χωριό Τσώτον της ίδιας κομητείας. Από εκεί έστελνε στον κόσμο τα μυθιστορήματα της, τα οποία πολλοί τοποθέτησαν στο ίδιο ράφι με τα έργα της Ντ’ Αρμπλαί και της Έτζγουορθ. Μερικά από τα έργα αυτά είχαν γραφτεί σταδιακά τα προηγούμενα χρόνια. Παρ’ όλο που έγραφε γρήγορα και σωστά, μια ακατανίκητη δυσπιστία απέναντι στη δική της κρίση την έκανε να μην παραδίδει τα έργα της στο κοινό μέχρις ότου ο χρόνος και οι πολλαπλές αναγνώσεις την πείσουν πως ήταν ανεπηρέαστη από την γοητεία της πρόσφατης συγγραφής. Η φυσιολογική κράση, η κανονική ζωή, οι ήρεμες και χαρούμενες ασχολίες της συγγραφέως μας έδειχναν να υπόσχονται πολυετή ψυχαγωγία για το κοινό και βαθμιαία άνοδο της φήμης για την ίδια. Αλλά τα συμπτώματα μια ασθένειας, βαριάς και ανίατης, άρχισαν να εμφανίζονται στις αρχές του 1816. Η εξασθένισή της ήταν παραπλανητικά αργή στην αρχή, και μέχρι την άνοιξη της φετινής χρονιάς εκείνοι που αισθάνονταν την ευτυχία τους συνδεδεμένη άμεσα με τη ζωή της δεν δέχονταν να απελπιστούν. Αλλά το Μάιο του 1817 θεωρήθηκε φρόνιμο να μεταφερθεί στο Γουίντσεστερ για να έχει συνεχή ιατρική παρακολούθηση, από την οποία όμως κανείς δεν τολμούσε πια να περιμένει θαύματα. Υπέμεινε επί δύο μήνες όλους τους πόνους, τη δυσφορία και την εξάντληση που συνοδεύουν τον σωματικό μαρασμό, με κάτι περισσότερο από καρτερία, με μια πραγματικά πρόσχαρη αποδοχή. Οι ικανότητές της, η μνήμη της, η φαντασία της, η διάθεση και τα αισθήματά της παρέμειναν όλα θερμά, διαυγή και ακμαία ως το τέλος. Η αγάπη της για τον Θεό και τους συνανθρώπους της δεν κλονίστηκε ούτε στιγμή. Επέμεινα να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων πριν η σωματική εξασθένιση της στερήσει την πνευματική διαύγεια που ήθελε να έχει. Έγραφε όσο μπορούσε να κρατά την πένα· και με μολύβι, όταν η πένα έγινε πολύ κουραστική. Μία ημέρα πριν από το θάνατό της συνέθεσε κάποιους στίχους που έσφυζαν από ζωντάνια και φαντασία. Η τελευταία φορά που μίλησε χωρίς να της το ζητήσουν ήταν για να ευχαριστήσει τον γιατρό της· και την τελευταία φορά που τη ρώτησαν μήπως ήθελε κάτι, απάντησε “Θέλω μόνο να πεθάνω”.

Εξέπνευσε λίγο αργότερα, Παρασκευή 18 Ιουλίου 1817, στα χέρια της αδελφής της, η οποία, όπως και ο αφηγητής αυτών των γεγονότων, ξέρει πως είναι αδύνατον να ξανασυναντήσει ποτέ τέτοιον άνθρωπο.

Η αφήγηση αυτή του θανάτου της πολυαγαπημένης συγγραφέως με συγκίνησε πάρα πολυ και ιδιαίτερα τα τελευταία της λόγια. Διαβάζοντάς τα είναι σαν να παίρνω ένα κομμάτι-έστω μικρό, έστω μακάβριο- από την ζωή της Τζέην Ώστεν.

Αποτέλεσμα εικόνας για JANE AUSTEN'S TOMBΗ Τζέην Ώστεν ετάφη στις 24 Ιουλίου 1817, στον καθεδρικό ναό του Γουίντσεστερ, ο οποίος, ανάμεσα σε όλους τους σπουδαίους νεκρούς του, δεν αριθμεί την τέφρα μεγαλύτερου ταλέντου ή ειλικρινέστερου χριστιανού.

Στα εξωτερικά της χαρίσματα η φύση δεν είχε φανεί καθόλου φειδωλή. Το ύψος της ήταν εκείνο που δίνει τη μέγιστη χάρη. Λίγο περισσότερο θα την καθιστούσε ψηλή. Το βάδισμα και οι κινήσεις της είχαν ηρεμία και ευγένεια. Τα χαρακτηριστικά της ήταν όλα καλά και ο συνδυασμός τους συνέθετε μια απαστράπτουσα έκφραση χαράς, ευαισθησίας και καλοσύνης, που ήσαν και τα πραγματικά γνωρίσματά της. Η επιδερμίδα της ήταν διάφανη και απαλή. Θα μπορούσε πράγματι να πει κανείς πως η εύγλωττη φλέβα της μιλούσε με το σεμνό πρόσωπό της. Η φωνή της είχε μια απέραντη γλυκύτητα. Εκφραζόταν με ευχέρεια και ακρίβεια. Στις συζητήσεις διέπρεπε όσο και στο γράψιμο· ήταν πλασμένη για τους σοβαρούς και εξευγενισμένους κύκλους. Στην εποχή μας είναι παρακινδυνευμένο να αναφερθεί κανείς σε καλλιτεχνικές ικανότητες. Η συγγραφέας μας μάλλον θα υστερούσε σε κάποιες, αν δεν υπερτερούσε τόσο πολύ σε πράγματα ανώτερα. Δεν είχε μόνο εξαίρετη αίσθηση της ζωγραφικής, αλλά στα νεανικά της χρόνια επέδειξε μεγάλη σχεδιαστική επιδεξιότητα. Τις ικανότητές της στη μουσική, η ίδια τις θεωρούσε αμελητέες. Πριν από είκοσι χρόνια θα τις εκτιμούσαν περισσότερο και μετά από είκοσι χρόνια πολλοί γονείς θα περιμένουν να χειροκροτηθούν οι κόρες τους για υποδεέστερες επιδόσεις. Αγαπούσε το χορό και χόρευε έξοχα. Απομένει τώρα να προσθέσουμε λίγα λόγια για εκείνο που οι δικοί της θεωρούσαν πολύ σημαντικότερα, για τα χαρίσματα εκείνα που ομόρφαιναν κάθε στιγμή της ζωής τους.

Η τρέχουσα αντίληψη πως η απόλυτη πραότητα δεν συμβιβάζεται με την πολύ ζωηρή φαντασία και την οξύτατη αίσθηση του χιούμορ είναι μία άποψη που δεν θα προσυπέγραφε κανείς από όσους είχαν την ευτυχία να γνωρίσουν τη συγγραφέα των έργων που ακολουθούν. Μολονότι οι αδυναμίες, οι παραξενιές και οι ανοησίες των άλλων υπέπιπταν αμέσως στην αντίληψή της, δεν επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της να σχολιάσει με σκληρότητα ούτε καν τα ελαττώματά τους. Η επίπλαστη καλοσύνη είναι σύνηθες φαινόμενο· αλλά η δική της δεν είχε τίποτα επίπλαστο. Ανεπίληπτη η ίδια, όσο ανεπίληπτος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος, αναζητούσε πάντα στα σφάλματα των άλλων κάτι για να τα δικαιολογήσει, να τα συγχωρήσει ή να τα ξεχάσει. Όπου ήταν αδύνατο να βρει ελαφρυντικά, είχε το ασφαλές καταφύγιο της σιωπής. Ποτέ δεν βγήκε από τα χείλη της βιαστική, επιπόλαιη ή αυστηρή κουβέντα. Με δυο λόγια, ο χαρακτήρας της είχε την ίδια ευγένεια με το χιούμορ της. Και η πρόσχαρη συμπεριφορά της αντανακλούσε στην εντέλεια το χαρακτήρα της. Ήταν αδύνατο να τη συναναστρέφεται κανείς χωρίς να αισθάνεται την έντονη επιθυμία να κερδίσει τη φιλία της και χωρίς να τρέφει την κρυφή ελπίδα πως την είχε κερδίσει. Ήταν σιωπηλή χωρίς να είναι κλειστή ή επιφυλακτική· και ομιλητική χωρίς αδιακρισία ή αυταρέσκεια. Έγινε συγγραφέας αποκλειστικά και μόνο από αγάπη και έμφυτη κλίση. Καμία ελπίδα για δόξα ή χρήμα δεν την ώθησε προς αυτή την κατεύθυνση. Τα περισσότερα έργα της, όπως ειπώθηκε ήδη, γράφτηκαν πολλά χρόνια πριν εκδοθούν. Οι δικοί της- των οποίων εκτιμούσε την κρίση αλλά δεν τους θεωρούσε αμερόληπτους απέναντί της-κατέβαλαν τεράστιες προσπάθειες μέχρι να την πείσουν να εκδώσει το πρώτο της έργο. Ήταν μάλιστα τόσο βέβαιη πως οι πωλήσεις δεν θα κάλυπταν τα έξοδα της έκδοσης, ώστε άρχισε να κάνει οικονομίες στο μικρό της εισόδημα για να καλύψει την αναμενόμενη ζημιά. Δεν μπορούσε να πιστέψει, και το αποκαλούσε μεγάλη τύχη, ότι το Λογική και ευαισθησία της απέφερε καθαρό κέρδος 150 λίρες. Ελάχιστοι άνθρωποι με τέτοιο ταλέντο έχουν τόσο αυθεντική μετριοφροσύνη. Θεωρούσε το ποσό αυτό τεράστια ανταμοιβή για κάτι που δεν την είχε κοστίσει τίποτα. Οι αναγνώστες της θα αναρωτηθούν ίσως πως τέτοιο έργο απέφερε τόσο μικρό ποσό σε μια εποχή όπου οι γκινέες που κέρδιζαν κάποιοι συγγραφείς ήταν περισσότερες από τις αράδες που είχαν γράψει. Τα έργα όμως της συγγραφέως μας μπορεί να μη ζήσουν λιγότερο από εκείνα που έγιναν αμέσως μεγάλες επιτυχίες. Το αναγνωστικό κοινό, πάντως, δεν την αδίκησε· και η συγγραφέας μας δεν είχε ποτέ τέτοια εντύπωση. Η μεγαλύτερη ικανοποίησή της ήταν τα λόγια επιδοκιμασίας που έφθαναν πότε-πότε στα αυτιά της από ανθρώπους που ήταν αρμόδιοι να κρίνουν. Παρ’ όλη όμως την επιδοκιμασία, η δημοσιότητα την τρόμαζε, και όσο κι αν μεγάλωνε η φήμη των βιβλίων της, κανείς δεν θα την έπειθε ποτέ, αν ζούσε, να αναγράψει το όνομά της σε οποιοδήποτε έργο της. Στο περιβάλλον της οικογένειάς της μιλούσε ελεύθερα για τα βιβλία της, χαιρόταν τον έπαινο, δεχόταν ευχαρίστως παρατηρήσεις και άκουγε προσεκτικά τις αντιρρήσεις. Δημοσίως όμως, απέφευγε οποιαδήποτε νύξη στην ιδιότητα της συγγραφέως. Η απαγγελία της ήταν έντεχνη και εντυπωσιακή. Τα δικά της έργα δεν πρέπει να αναδείχθηκαν ποτέ τόσο πολύ όσο όταν τα διάβαζε η ίδια, γιατί είχε όλα τα χαρίσματα του χιούμορ. Ήταν λάτρης και γνώστης του τοπίου στη φύση και στη ζωγραφική. Είχε γοητευθεί σε πολύ μικρή ηλικία από το βιβλίο του Γκίλπιν για την γραφικότητα, και σπάνια άλλαζαν οι απόψεις της είτε για τα βιβλία είτε για τους ανθρώπους.

Διαβάζοντας κανείς αυτά τα όμορφα λόγια του αδελφού της για την Ώστεν, δεν μπορεί να μην συνειδητοποιήσει πόσο εξαίρετος άνθρωπος ήταν η Τζέην. Διαβάζοντας όλα αυτά, δεν μπορείς να μην την συμπαθήσεις…

Οι γνώσεις της ήταν ευρύτατες στην ιστορία και τη λογοτεχνία και η μνήμη της εξαιρετικά δυνατή. Οι αγαπημένοι της ηθικοί συγγραφείς ήσαν ο Τζόνσον στην πεζογραφία και ο Κάουπερ στην ποίηση. Είναι δύσκολο να πει κανείς σε ποια ηλικία δεν γνώριζε σε βάθος τα προτερήματα και τα ελαττώματα των καλύτερων θεωρητικών και λογοτεχνικών έργων της αγγλικής γλώσσας. Το έμφυτο λογοτεχνικό κριτήριό της απολάμβανε την ικανότητα του Ρίτσαρντσον να πλάθει χαρακτήρες και να τους διατηρεί συνεπείς, όπως δείχνει ιδιαίτερα το Σερ Τσαρλς Γκράντισον, ενώ η καλαισθησία της την προφύλασσε από τα σφάλματά του, όπως η απεραντολογία και η κουραστική αφήγηση. Δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα κανένα από τα έργα του Φίλντινγκ. Αισθανόταν πάντα μια εντελώς πηγαία αποστροφή για οτιδήποτε ευτελές. Ούτε η φυσικότητα, ούτε η ευφυΐα, ούτε το χιούμορ δεν μπορούσαν να την κάνουν να παραβλέψει τόσο χαμηλές ηθικές αξίες.

Η ικανότητά της να επινοεί χαρακτήρες ήταν διαισθητική και σχεδόν απεριόριστη. Αντλούσε την έμπνευσή της από τη φύση, αλλά ποτέ, ό, τι κι αν έχει λεχθεί για το αντίθετο, από συγκεκριμένα άτομα.

Το ύφος της στην προσωπική της αλληλογραφία ήταν ολόιδιο με των μυθιστορημάτων της. Από την πένα της έβγαιναν όλα άψογα, γιατί σε όλα τα θέματα είχε απόψεις ξεκάθαρες και ο λόγος της ήταν πάντοτε καίριος. Δεν είναι πολύ παρακινδυνευμένο να πούμε ότι δεν έγραψε ποτέ ένα γράμμα ή σημείωμα που να μην άξιζε να δημοσιευθεί.

Μόνο ένα γνώρισμά της μένει ακόμα να αναφερθεί: εκείνο που καθιστά όλα τα άλλα δευτερεύοντα. Ήταν βαθύτατα χριστιανή και ευλαβής. Φοβόταν την οργή του Θεού και δεν αισθάνθηκε ποτέ οργή για οποιονδήποτε συνάνθρωπό της. Τα σοβαρά θέματα τα είχε μελετήσει με την ανάγνωση και το στοχασμό και οι απόψεις της συμφωνούσαν απόλυτα με τις απόψεις της Εκκλησίας μας.

Λονδίνο, 13 Δεκ. 1817

 

Υστερόγραφο

Μετά την ολοκλήρωση του ανωτέρω σημειώματος, ήρθαν στην κατοχή του υπογράφοντος μερικά αποσπάσματα από την προσωπική αλληλογραφία της συγγραφέως. Είναι ελάχιστα και σύντομα, αλλά παραδίδονται στο κοινό χωρίς σχόλια, επειδή αποδίδουν το χαρακτήρα, το γούστο, τα αισθήματα και τις αρχές της πολύ πιο πιστά από όσο θα μπορούσε να το κάνει η πένα ενός βιογράφου.

Στο πρώτο απόσπασμα απορρίπτει χαριτολογώντας την κατηγορία που της είχε απευθυνθεί, εν είδει αστείου, ότι είχε κλέψει τα χειρόγραφα κάποιας νεαρής συγγενούς.

“Τι να τα κάνω, καλή μου Ε, τα ρωμαλέα, αρρενωπά σχεδιάσματα σου που σφύζουν από σφρίγος και ζωντάνια; Πως να τα χωρέσω στο μικρό κομματάκι φίλντισι, δυο ίντσες όλο κι όλο, που το δουλεύω με το πιο λεπτό πινελάκι κι όπου το πιο ελάχιστο αποτέλεσμα βγαίνει με πολύ κόπο;”

Τα υπόλοιπα αποσπάσματα προέρχονται από διάφορα σημεία ενός γράμματος που έγραψε λίγες εβδομάδες πριν πεθάνει.

“Ο γιατρός μου ευελπιστεί και λέει πως θα με κάνει τελείως καλά. Περνάω τη ζωή μου κυρίως στον καναπέ, αλλά με αφήνουν να πηγαίνω και από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Βγήκα μια φορά έξω με σέντια και θα το ξανά κάνω. Ίσως μάλιστα, καιρού επιτρέποντος, να προαχθώ και σε καροτσάκι με ρόδες. Ως προς αυτό, θα προσθέσω μόνο ότι η πολυαγαπημένη μου αδερφή, η τρυφερή, άγρυπνη, ακούραστη νοσοκόμα μου, δεν έχει αρρωστήσει ακόμη από την κούραση. Όσο για το τι της οφείλω, το τι οφείλω στις στοργικές φροντίδες όλων των δικών μου, μπορώ μονάχα να το φωνάζω και να προσεύχομαι στον Θεό να τους χαρίζει κάθε ευλογία.”

Στη συνέχεια μιλά με δικαιολογημένη και ήπια αγανάκτηση για κάποια οικογενειακή απογοήτευση. Οι λεπτομέρειες δεν ενδιαφέρουν το κοινό. Ωστόσο, για να φανεί η χαρακτηριστική γλυκύτητα και ήρεμη αποδοχή της συγγραφέως μας, δεν πρέπει να παραλειφθεί η ακόλουθη κατακλείδα:

“Αλλά άρχισα σχεδόν να διαμαρτύρομαι. Ήταν θέλημα Θεού. Οι άλλοι παράγοντες, όπως κι αν επέδρασσαν, είναι δευτερεύοντες.”

Με το ακόλουθο και τελευταίο απόσπασμα θα φανεί με πόση ευκολία έδιωχνε το θυμό και περνούσε από το παράπονο στη χαρούμενη διάθεση.

“Θα δεις ότι ο πλοίαρχος … είναι ένας πολύ αξιοσέβαστος, καλοπροαίρετος άνθρωπος, χωρίς πολλές τυπικότητες, η γυναίκα του και η αδερφή του όλο κέφι και καλή καρδιά και, ελπίζω, (εφόσον η μόδα το επιτρέπει) με ελαφρώς μακρύτερες φούστες από πέρυσι.”

Σε αυτά τα αποσπάσματα από την αλληλογραφία της έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε την Τζέην πίσω από τα μυθιστορήματά της και την προσεγμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί σε αυτά. Αυτά τα αποσπάσματα έχουν γραφτεί απ’ το χέρι της Ώστεν αντικατοπτρίζοντας ένα μέρος του χαρακτήρα της και της καθημερινής της έκφρασης· μέσω αυτών των αποσπασμάτων έχουμε την ευκαιρία να την γνωρίσουμε σαν άνθρωπο και όχι μόνο σαν συγγραφέα·κάτι πολύτιμο, οπωσδήποτε, για όλους εμάς που την έχουμε αγαπήσει.

Λονδίνο, 20 Δεκ. 1817

*Πηγή: MAXMAG.

Advertisements

One comment

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s