Κι αν εγώ χαθώ: Όταν η θλίψη συναντά την στοργική αγάπη

Σε αυτό το κείμενο θα μιλήσουμε για το μυθιστόρημα του βραβευμένου αμερικανού Adam Haslett  Κι αν εγώ χαθώ, το οποίο κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ σε μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ .
Το μυθιστόρημα αναδείχτηκε βιβλίο της χρονιάς σε πάρα πολλές σχετικές λίστες και λογοτεχνικά έντυπα, ενώ απασχόλησε εκτενώς τους κριτικούς και τον διεθνή Τύπο. Tο περιοδικό Time το τοποθέτησε ανάμεσα στα δέκα καλύτερα μυθιστορήματα του 2016.  Ήταν υποψήφιο για τα σπουδαιότερα βραβεία (Pulitzer, Kirkus, National Book Award), ενώ οι κριτικές είναι άκρως αποθεωτικές.
Ας προχωρήσουμε λοιπόν.

Στο μυθιστόρημα Κι αν εγώ χαθώ παρακολουθούμε μια φυσιολογική οικογένεια, μια οικογένεια αγαπημένη, ευγενική, τυπική, με ένα σκύλο… είναι στην πραγματικότητα όμως όλα όλα τόσο τέλεια όσο φαίνονται;
Ο Haslett επιλέγει την πολυπρόσωπη αφήγηση, από την οπτική γωνία όλων των ηρώων της οικογένειας και μας βυθίζει στον εσωτερικό κόσμο του κάθε μέλους, για να μας διηγηθεί την ιστορία της.
Η οικογένεια που αποτελείται από τον Τζον, τη Μάργκαρετ και τα τέκνα τους Άλεκ, Σίλια και Μάικλ, δεν είναι φυσιολογική.
Στο μυθιστόρημα αυτό, δύο μέλη της οικογένειας ακροβατούν σε τεντωμένο σκοινί. Ο πατέρας δεν μπορεί να νιώσει αρκετά παρά μόνο κενότητα, ενώ ο γιός του νιώθει υπερβολικά πολλά…

«Οπότε σαν σακάτης λαχταρώ αυτό που οι άλλοι ούτε καν αντιλαμβάνονται πως απολαμβάνουν: ένα καθημερινό νόημα. Αντ’ αυτού έχω λέξεις. Το τέρας δεν δέχεται λέξεις.»

Στην μέση βρίσκονται η μητέρα Μάργκαρετ και τα παιδιά Σίλια και Άλεκ που προσπαθούν να ισορροπήσουν τις δικές τους ανάγκες με αυτές των ανθρώπων που αγαπούν.

«Ίσως επειδή ο περισσότερος χρόνος μας μαζί είναι σαν την υπέρβαση μίας απιθανότητας, σαν να μην ήμουν σίγουρη ότι θα συνέβαινε ποτέ ξανά και να το τώρα που συμβαίνει. Τι ανακούφιση το να τον βρίσκω.»

Το ενδιαφέρον είναι ότι αν μπορούσαμε να διεισδύσουμε όπως ο Haslett, στα μέλη της κάθε οικογένειας που γνωρίζουμε στην πραγματική μας ζωή, μπορεί να βλέπαμε παρόμοιες δυσλειτουργίες.
Η υπόθεση που σας διηγούμαι ακούγεται μελαγχολική, μπορεί να προκαλεί έως και δυσφορία, όμως όχι.
Η πολυφωνία της αφήγησης, αυτό το υπέροχο σύμπλεγμα εσωτερικών αφηγήσεων, βοηθάει την διήγηση να γίνεται ανάλαφρη. Βιώνουμε την δυσλειτουργία των ηρώων χωρίς να μας μεταφέρεται εξίσου το βάρος των καταστάσεων. Διότι η κάθε φωνή, ο κάθε ήρωας είναι ξεχωριστός. Άλλος αστεία σαρκαστικός, άλλος ρομαντικός, άλλος αφηρημένος και ξέγνοιαστος. Ο καθένας με το δικό του ύφος και λεξιλόγιο.
Το ωραιότερο όμως είναι ότι οι αδυναμίες τους δεν είναι ενοχλητικές για τον αναγνώστη. Μαθαίνουμε τα ελαττώματα τους, αλλά διαβάζουμε τα πάντα με συμπάθεια, κατανόηση και ίσως με αγάπη. Διότι ο ίδιος ο συγγραφέας αγαπά τους ήρωες του. Και αυτό μας το μεταφέρει με κάθε μέσο. Γράφει για αυτούς με περίσσια ευαισθησία. Σκύβει από πάνω τους με στοργή, μοιάζει με πατρική φιγούρα που ακούει τις σκανταλιές τους με τρυφερότητα χωρίς να τους κατσιάζει.
Η αφήγηση έχει χιούμορ – θα αργήσετε να ξεπεράσετε την αφήγηση του Μάικλ κατά την διάρκεια της κρουαζιέρας, πιστέψτε με- και τρυφερότητα.
Οι περιγραφές είναι πανέμορφες και οι ατάκες γεμάτες σοφία.

«Ήθελα να αποσυνθέσω τον Άλεκ ώσπου να επιστρέψει σ’ εκείνη την πρότερη κατάσταση, να απαλείψω όλον αυτό τον τεταμένο θεατρινισμό, έστω και μόνο για μία μέρα. Και να του πω τι; Να κάνω τι; Κι αν είχα κάποτε τη μέριμνα της ψυχής του, πλέον δεν την έχω.»

Ως αναγνώστρια αυτό που εκτίμησα ιδιαίτερα είναι ότι όταν διαβάζω ένα καλογραμμένο βιβλίο, ανακαλύπτω με μία μικρή ενόχληση ένα στήσιμο, μια προσπάθεια του συγγραφέα να βρει όμορφες λέξεις και βαθιά νοήματα και έπειτα να τα κολλήσει με το τσιγκέλι στην ιστορία που διηγείται. Στο βιβλίο του Haslett αντιθέτως, η διήγηση κυλάει τόσο φυσιολογικά, όσο απλή είναι μια αυθόρμητη σκέψη. Διότι το βιβλίο αυτό κρύβει μέσα του, τις σκέψεις των ηρώων του. Το να τις παρουσιάσει με τόση φυσική ευκολία θέλει μεγάλο ταλέντο.
Το Κι αν εγώ χαθώ είναι ένα πολύ πολύ όμορφο και συγκινητικό βιβλίο. Μου μετέφερε εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα στο μέγιστο βαθμό, ακόμη και τις δύσκολες στιγμές της οικογένειας τις θυμάμαι με τρυφερότητα.
Και τελικά είναι αλήθεια, «Όταν υπάρχει έστω ένας άνθρωπος εκεί έξω να σε αγαπά, δεν είσαι ποτέ μόνος.»


Απο το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Όταν ο αρραβωνιαστικός της Μάργκαρετ νοσηλεύεται με κατάθλιψη, η νεαρή γυναίκα καλείται να κάνει μια επιλογή: ή να προχωρήσει με τα σχέδιά τους ή να απομακρυνθεί από τα ενδεχόμενα μελλοντικά προβλήματα. Αποφασίζει να τον παντρευτεί.

Με αφετηρία αυτή την πράξη αγάπης και πίστης, ξετυλίγεται η αξέχαστη ιστορία τους. Στην καρδιά της βρίσκονται τα τρία τους παιδιά, και συγκεκριμένα, ο μεγαλύτερος γιος τους, ο Μάικλ, ένας έξοχος λάτρης της μουσικής, ο οποίος πάσχει από αγχώδη διαταραχή και μπορεί να επιβιώσει μόνο παρωδώντας την πραγματικότητα. Καθώς τα χρόνια περνούν, τα δύο μικρότερα αδέρφια, η Σίλια και ο Άλεκ, μαζί με τη μητέρα τους, θα αγωνιστούν για να βοηθήσουν τον Μάικλ, καθώς η κατάστασή του γίνεται ολοένα πιο προβληματική και ασταθής.

Ένα έξοχο αφήγημα, ένα σπάνιο μυθιστόρημα που ζωντανεύει με μοναδική ευαισθησία και διεισδυτικότητα τη διαδρομή μιας οικογένειας που έρχεται αντιμέτωπη με το απόλυτο ερώτημα: Ως πού θα φτάνατε για να σώσετε τους πιο αγαπημένους σας ανθρώπους;

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s