Λούμπεν Μυθιστορηματάκι: μια ιστορία σκληρής ενηλικίωσης

Επέλεξα να διαβάσω το Λούμπεν Μυθιστορηματάκι λίγο στην τύχη.
Ήθελα να διαβάσω κάτι του Roberto Bolaño, και για να είμαστε και πιο συγκεκριμένοι ήθελα πολύ να διαβάσω το 2666, αλλά λίγο η τιμή του, λίγο ο όγκος του με έκαναν να προτιμήσω να ξεκινήσω με κάτι άλλο. Και διάλεξα αυτό, γιατί έτσι, μου άρεσε ο τίτλος.

Τώρα είμαι μητέρα και είμαι επίσης παντρεμένη γυναίκα, αλλά δεν πάει πολύς καιρός που ήμουν εγκληματίας.

Το Λούμπεν Μυθιστορηματάκι είναι ένα βιβλιαράκι, μια νουβέλα, ένα…μυθιστορηματάκι, μικρό όμως μόνο σε μέγεθος.
Ο Bolaño μέσα σε -ούτε- 120 σελίδες γράφει την ιστορία ενηλικίωσης της Μπιάνκα, μια έφηβη κοπέλα που έχασε τους γονείς της και πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνη με τον αδερφό της. Για να τα καταφέρουν εκείνη πιάνει δουλεία σε ένα κομμωτήριο κι εκείνος σε ένα γυμναστήριο. Εκεί, ο τελευταίος, γνωρίζεται με δύο μυστηριώδεις άντρες οι οποίοι υπόσχονται πως έχουν ένα σχέδιο ικανό να τους απαλλάξει από τα οικονομικά τους προβλήματα μια για πάντα.

Από τούτη τη στιγμή κι έπειτα άλλαξαν οι μέρες. Ο ρους των ημερών εννοώ. Εννοώ αυτό που ενώνει μια μέρα με την άλλη και ταυτοχρόνως χαράζει το όριο μεταξύ τους. Άξαφνα έπαψε να υπάρχει νύχτα και όλα ήταν διαρκώς στον ήλιο και στο φως.

Είπε ότι κατά κάποιο τρόπο ο κόσμος δεν έπεφτε έξω. Παρότι μας φαίνεται χαζός, ο κόσμος ποτέ δεν πέφτει έξω. Μπορεί να τον περιφρονούμε, και δικαίως σε πολλές περιπτώσεις, όμως ο κόσμος ποτέ δεν πέφτει έξω. Αυτή είναι η καταδίκη μας, είπε.

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω βιβλίο που να με κάνει να χάσω την αίσθηση του χρόνου σε τέτοιο βαθμό, να με απορροφήσει τόσο πολύ, να μην θέλω να σηκώσω το κεφάλι μου. Το άνοιξα μια φορά και το έκλεισα μια όταν έφτασα στο τέλος. Και η αλήθεια είναι πως θα μπορούσα να το πιάσω ξανά από την αρχή εκείνη ακριβώς τη στιγμή.

Τι είχαν δει; Αναρωτιόμουν. Τι πρόσωπο είχαν δει, τι μάτια; Δεν αναρωτιόμουν και πολύ συχνά, αλλά σίγουρα αναρωτήθηκα γι’ αυτό κάποια φορά. Τώρα γνωρίζω ότι η εγγύτητα δεν υπάρχει. Πάντοτε κάποιος έχει τα μάτια του κλειστά. Εσύ βλέπεις όταν ο άλλος δεν βλέπει. Ο άλλος βλέπει όταν δεν βλέπεις εσύ. Μόνο μια μητέρα μπορεί να βρίσκεται κοντά, αυτό όμως τότε ήταν το άγνωστο. Υπήρχε μονάχα η ψευδαίσθηση της εγγύτητας.

Η συμπεριφορά μου, τώρα το καταλαβαίνω, ήταν συμπεριφορά ατόμου που είχε τα μάτια του ανοιχτά, ενώ ο αδερφός μου και οι φίλοι του περιπλανιόταν σε πραγματικά ή σε φανταστικά μέρη με τα μάτια τους κλειστά. Να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, από την άλλη, ισοδυναμούσε με το να φθείρεσαι. Εγώ φθειρόμουν.

Μου άρεσε η γραφή, η ροή του, η ατμόσφαιρά του, η αίσθηση του, το τέλος του που δεν ήταν τέλος.
Δυνατή πρωτοπρόσωπη αφήγηση και στοιχεία μυστηρίου, κάπως εξομολογητικό, κάπως νοσταλγικό, μελαγχολικό. Κάπως υποτονικό αλλά με κάποιο τρόπο έντονο ταυτόχρονα.

“Αν ήσουν ψάρι, τι ψάρι θα ήσουν;”
Ένα απ’ αυτά που τα βάζουν για δόλωμα.

Δεν ξέρω πώς είναι τα άλλα βιβλία του Bolaño αλλά αυτό μου άρεσε πολύ. Σίγουρα θα ακολουθήσουν κι άλλα δικά του.

Τις στιγμές εκείνες ένας στεναγμός ανακούφισης έβγαινε από το λαρύγγι μου. Αναστέναζα και χαμογελούσα λες και μόλις είχα βγει από μια θάλασσα βαθιά, χωρίς καθόλου αέρα, με τις μποτίλιες του οξυγόνου μου άχρηστες πια. Και αμέσως μετά μου ερχόταν να φύγω από το παράθυρο και να αρχίσω να ψάχνω τρέχοντας για έναν καθρέφτη όπου να κοιτάξω το πρόσωπό μου, ένα πρόσωπο που ήξερα ότι χαμογελούσε, κι ενώ επίσης ήξερα ότι δεν θα μου άρεσε, ένα πρόσωπο αδίστακτο και ευτυχισμένο, που όμως ήταν το δικό μου πρόσωπο, το πρόσωπο που είχα εγώ, το καλύτερο ανάμεσα σε πολλά άλλα παραμορφωμένα πρόσωπα, ένα πρόσωπο που αναδύονταν από το θάνατο των γονιών μου, από τη γειτονιά μου, όπου πάντοτε ήταν ημέρα, και από το σπίτι του Μασίστα όπου εγώ έπαιζα με το πεπρωμένο μου, αλλά όπου το πεπρωμένο μου για πρώτη φορά ήταν απολύτως δικό μου.

 


Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα (πραγματικά πανέμορφη έκδοση!) σε μετάφραση Κρίτωνα Ηλιόπουλου.


Από το οπισθόφυλλο:

“Ένα κείμενο έξυπνου ρεαλισμού, που αποφεύγει κάθε είδους κήρυγμα. Εδώ μέσα χτυπά χωρίς να γίνεται αντιληπτή η συναισθηματική οξύνοια του καλύτερου Μπολάνιο”. (El Pais)

Το “Λούμπεν μυθιστορηματάκι” είναι το τελευταίο έργο που εξέδωσε ο Μπολάνιο προτού πεθάνει.

“Τώρα είμαι μητέρα και είμαι επίσης παντρεμένη γυναίκα, αλλά δεν πάει πολύς καιρός που ήμουν εγκληματίας “: Με αυτά τα λόγια αρχίζει η Μπιάνκα την ιστορία της σκληρής ενηλικίωσής της στη Ρώμη.
Έπειτα από τον πρόωρο θάνατο των γονιών της σ ένα τραγικό αυτοκινητικό δυστύχημα, η Μπιάνκα, λίγο μεγαλύτερη από έφηβη, πρωταγωνίστρια και φωνή μέσω της οποίας εκτυλίσσεται η αφήγηση, ανακαλύπτει τον εαυτό της στο χείλος της αβύσσου της αδιάφορης ύπαρξής της, ενώ κατευθύνεται νομοτελειακά προς ένα δρόμο ο οποίος δεν οδηγεί σε κανένα μέλλον. Περνά τον καιρό της λούζοντας, βάφοντας και κουρεύοντας μαλλιά, ενώ ο μικρότερος αδελφός της μπλέκει με δύο άτομα αμφιβόλου ηθικής στο γυμναστήριο όπου δουλεύει. Η εμφάνιση των δύο μυστηριωδών αντρών θα δώσει την ευκαιρία να σχεδιάσουν ένα έγκλημα που θα μπορούσε να τους γλιτώσει από τις οικονομικές δυσχέρειες. Η μικρή περιουσία ενός ηλικιωμένου και τυφλού ηθοποιού, που είχε παίξει στο παρελθόν το ρόλο του Μασίστα σε ταινίες και είχε κερδίσει τον τίτλο του Μίστερ Ιταλία, ύστερα του Μίστερ Ευρώπη και τέλος του Μίστερ Κόσμος, θα μπορούσε να αποτελέσει την έξοδο διαφυγής που θα τους οδηγούσε κάπου, οπουδήποτε, αλλά πάντως κάπου. Η Μπιάνκα υποτίθεται ότι πηγαίνει στο σπίτι του για να ανακαλύψει που έχει κρυμμένο το χρηματοκιβώτιό του, σύντομα όμως εμπλέκεται σε μια σαδομαζοχιστική σχέση και δημιουργείται ένας απροσδόκητος δεσμός.
“Αλλά όταν προσπαθούσα να φανταστώ ολόκληρη τη ζωή μου μαζί του δεν έβλεπα τίποτα: μια εικόνα άδεια, ο τοίχος ενός ακατοίκητου δωματίου, αμνησία, λοβοτομή, το σώμα μου διαλυμένο σε κομμάτια”. Σε τι μπορεί να ελπίζει από τη στιγμή που έχει παραιτηθεί από κάθε ελπίδα; Για πόσο;


Για τον συγγραφέα:

Ο Roberto Bolaño (Σαντιάγο Χιλής, 1953 – Βαρκελώνη, 2003 ), πεζογράφος και ποιητής, έχει καθιερωθεί ως ένας από τους σημαντικότερους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς του καιρού μας. Γεννήθηκε στη Χιλή, αλλά σε ηλικία δεκατριών ετών μετανάστευσε με την οικογένειά του στο Μεξικό. Το 1973 αποφάσισε να επιστρέψει στη Χιλή προκειμένου να στηρίξει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Αλλιέντε, έφτασε όμως λίγες μέρες μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του Πινοτσέτ. Συνελήφθη για τη συμμετοχή του στην αντίσταση ενάντια στη δικτατορία, ενώ μετά την απελευθέρωσή του επέστρεψε στο Μεξικό, απ’ όπου αργότερα μετανάστευσε στην Ισπανία (1978), για να εγκατασταθεί οριστικά στην Μπλάνες, μια μικρή παραθαλάσσια πόλη της Καταλονίας. Πέθανε στη Βαρκελώνη από δυσλειτουργία του ήπατος, η οποία τον ταλαιπωρούσε για περισσότερο από μία δεκαετία. Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1975. Ωστόσο, αν και ξεκίνησε από την ποίηση, γρήγορα στράφηκε στην πεζογραφία· έγραψε συλλογές διηγημάτων, νουβέλες και μυθιστορήματα. Για το μυθιστόρημά του Los detectives salvajes τιμήθηκε με τα βραβεία Herralde (1998) και Rόmulo Gallegos (1999), ενώ για το Llamadas telefοnicas (Τηλεφωνήματα – Άγρα, 2009) του απονεμήθηκε το 1998 το Premio Municipal de Santiago de Chile, η ανώτατη λογοτεχνική διάκριση στη Χιλή. Το τελευταίο του μυθιστόρημα 2666 (Άγρα, 2011 και 2017), που θεωρείται η κορύφωση της μυθοπλαστικής του τέχνης, κέρδισε το 2004, ένα χρόνο μετά το θάνατο του συγγραφέα, το βραβείο Salambο για το καλύτερο ισπανόφωνο μυθιστόρημα. Στις Εκδόσεις Άγρα κυκλοφορούν επίσης τα σπουδαία βιβλία του Πουτάνες φόνισσες (2008), Το Τρίτο Ράιχ (2013), Φυλαχτό (2013), Η ναζιστική λογοτεχνία στη Λατινική Αμερική (2014), Το Παγοδρόμιο (2016). Έχει μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες και η επιρροή του θεωρείται από τις σημαντικότερες στη σύγχρονη ισπανόφωνη λογοτεχνία.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s