Διαβάσαμε το Μαύρο Νερό του Μιχάλη Μακρόπουλου

Μαύρο Νερό -ένα αφήγημα λυγμός.

Την ώρα που το διαβάζεις, ξεχνάς ότι πρόκειται για μια μικρούλα νουβέλα, και αρχίζεις να πιστεύεις ότι έχεις στα χέρια σου ένα μεγάλο βιβλίο σαν εκείνα που μας λείπουν τόσο…

Μια χούφτα άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε ένα χωριό που αργοπεθαίνει, αφού το νερό δεν πίνεται και τα ζώα και τα φυτά είναι δηλητηριασμένα. Παρόλο που τους έχει γίνει πρόταση από την εταιρεία να μετακομίσουν σε νέα σπίτια, εκείνοι αρνούνται.

Ανάμεσά τους ο Πατέρας, που στην πλάτη του κουβαλάει τον Φόρη, το παιδί του που το έχει χτυπήσει η αρρώστια. Οι δυο τους προσπαθούν να κάνουν τη ζωή τους υποφερτή, να ζήσουν στο σπίτι τους, από εκεί που τους διώχνουν, ενώ ξέρουν ότι ο χρόνος έχει ήδη ξεκινήσει να μετράει αντίστορφα.

Πανέμορφο στις περιγραφές, ακόμα και σε πιο σκληρές στιγμές, αποδίδει με ξεχωριστή χροιά τη σχέση πατέρα και γιου, ενώ σκιαγραφεί με ζωντάνια τους ανθρώπους που δεν θέλουν να αφήσουν τον τόπο τους για να μη χάσουν τα φαντάσματά τους. Φαντάσματα είναι όλα αυτά που χάραξαν τη δική τους καθημερινότητα και έχουν μείνει ως αποτυπώματα, ίσως ως μια πατίνα, μέσα στα σπίτια, πάνω στα έπιπλα, στα αντικείμενα.

 

Εξώφυλλο Μαύρο Νερό

 

Ένα βιβλίο για τη μοναξιά, για τις δυσκολίες της ζωής, για τους ανθρώπους που έχουν μάθει να υπομένουν και να επιμένουν στη δική τους ζωή, με τη δική της ουσία. Μια ιστορία που μιλάει για ανθρώπους εμποτισμένους με τη φύση, σε σημείο, που κάθε άλλο είδος ζωής, σταματάει να είναι ζωή για αυτούς.

Το Μαύρο Νερό είναι λογοτεχνία, είναι γλώσσα, είναι όνειρο, πραγματικότητα, ποίηση, ρεαλισμός. 76 σελίδες γεμάτες πολύτιμες στιγμες με σκέψεις, εικόνες και συναισθήματα.

Με λίγα λόγα, υπέροχο.

Θα θέλαμε να βλέπουμε περισσότερες τέτοιες στιγμές στη λογοτεχνία.

“Με τη δύση, ο ουρανός κοκκίνιζε σε μια μακριά και φαρδιά λωρίδα, τα σύννεφα μάτωναν, κι αυτοί έμοιαζαν, Πατέρας και γιος, οι τελευταίοι άνθρωποι στη γη”

 

Υπόθεση από το οπισθόφυλλο:

Ένας πατέρας κι ο ανάπηρος γιος του, με όπλο την αγάπη που τρέφουν ο ένας για τον άλλο, παλεύουν να επιβιώσουν σ’ ένα χωριό που ερημώνει, στα βουνά της Ηπείρου. Γύρω τους έχει συντελεστεί μια οικολογική καταστροφή το νερό πλέον δεν πίνεται, τα ζώα και τα φυτά είναι δηλητηριασμένα.
Ο αγώνας τους δίνεται με λόγο λιτό και ποιητικό στο Μαύρο νερό.
“Περίμενε υπομονετικά ήξερε ότι αργή ή γρήγορα κάποιο ζώο θα κατέβαινε να ξεδιψάσει στο νερό, που ξεγελούσε με τον γάργαρο ήχο του. Πενήντα μέτρα παραπίσω ήταν η παλιά δεξαμενή, με μισοσβησμένα πάνω τα γράμματα της RIPOIL, ενώ τα πλατανόφυλλα βάθαιναν με τον ίσκιο τους το καφεκόκκινο χρώμα της σκουριάς. Τρύπες είχαν ανοίξει στο μέταλλο, ένα παχύ στρώμα από σάπια φύλλα είχε γίνει χούμος μέσα, και η παλιά δεξαμενή ήταν γεμάτη ζωή: έντομα, τρωκτικά, πουλιά που μπαινόβγαιναν. Το πλατανόδασος δίπλα στο ποτάμι είχε δεχτεί με συγκατάβαση τον μεταλλικό ξένο, τον είχε κυκλώσει σκιάζοντάς τον, και κλαριά ακουμπούσαν πάνω του και τον διαπερνούσαν”.

Μαύρο Νερό

Μιχάλης Μακρόπουλος

Εκδόσεις: Κίχλη

 

Για το Lovart’s Corner

Κωνσταντίνα Κοράκη

Ακούω μουσική, διαβάζω, γράφω, σκέφτομαι και απορώ με όσα συμβαίνουν γύρω μας. Έχω γράψει δύο βιβλία, την “Ανταριασμένη” και τη “Σαφένια”. Καμιά φορά αρθρογραφώ, κιόλας, ή γράφω διηγήματα.

Ιστολόγιο

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s