Διαβάζοντας: Ταξιδεύοντας Ιαπωνία, του Νίκου Καζαντζάκη

Δεν υπήρχε πιο κατάλληλη στιγμή από αυτήν του εγκλεισμού για να ανοίξω το βιβλίο αυτό του Καζαντζάκη με τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του από το ταξίδι του στην Ιαπωνία. Ο Καζαντζάκης δημοσίευσε τις εντυπώσεις του από το ταξίδι αυτό στην Ιαπωνία ως δημοσιογράφος της εφημερίδας Ακρόπολις.

Την χώρα του Ανατέλλοντος ηλίου, μια νησιωτική χώρα με 3.800 νησιά, επισκέφθηκε ο Καζαντζάκης στα 1935. Στο βιβλίο αυτό ο Καζαντζάκης με γλαφυρότατο τρόπο μιλάει για την ιστορία της μακρινής Ιαπωνίας, τις συνήθειες, τις τέχνες και την θρησκεία της. Συστήνει μια χώρα με ανθρώπους που έχουν έντονο το αίσθημα της ευθύνης- οι Γιαπωνέζοι δίνουν μεγάλη σημασία στην ικανοποίηση, αν όχι μόνο των προγόνων τους(κάτι που είναι μέρος κυρίως της θρησκείας του Σιντοϊσμού) αλλά και της ίδιας τους της χώρας και του πνεύματός της.

Μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου ξεπετάγεται ένας κόσμος με συνήθειες και ήθη εντελώς διαφορετικά από αυτά που έχει συνηθίσει ο δυτικός άνθρωπος. Γοητευτικός πολύ είναι αυτός ο κόσμος ο οποίος ορίζεται από έννοιες όπως η αρμονία, η γαλήνη κι η απλότητα ενώ αυτό που κάνει το βιβλίο αυτό το ίδιο γοητευτικό είναι η περιγραφή όχι μονάχα του πολιτισμού και του ιαπωνικού τοπίου αλλά και η αποτύπωση του πνεύματος του γιαπωνέζικου λαού, της σκέψη του και, ίσως, θα ‘λεγε κανείς, και της ψυχής του.

Με μονάχα δυο ιαπωνικές λέξεις ξεκίνησε ο Νίκος Καζαντζάκης από την Ελλάδα να κάνει ταξίδι: με τις λέξεις σακουρά που θα πει άνθος της κερασιάς και κοκορό που θα πει καρδιά. Και μ’ αυτές τις λέξεις έφτασε στο λιμάνι του Κόμπε και άρχισε να περιπλανιέται. Αρχικά περιηγήθηκε στο Κόμπε κι ύστερα έπιασε την Οσάκα, την Νάρα του θεάτρου Νο, το Κυότο με τις γοητευτικές Γκέισες, την Καμακούρα και το Τόκυο. Ανοίχτηκε μπροστά του η Ιαπωνία και μέσα από τα λόγια του ανοίχτηκε μπροστά μας.

Ανοίχτηκε, λοιπόν, μπροστά του η Ιαπωνία με τον Σιντοϊσμό και τον Βουδισμό, μια θρησκεία που έφτασε χιλιάδες χρόνια πριν στο νησί από την Κίνα κι απλώθηκε σαν ήλιος. Χτίστηκαν οι βουδιστικοί ναοί πρεσβεύοντας την ματαιότητα και φύτρωσαν δίπλα στις ιερές Σιντοϊκές πόρτες αυτής της άλλης θρησκείας. Και τα δύο θρησκευτικά «θάματα» επισκέφτηκε ο Καζαντζάκης και μας μετέφερε τις εικόνες τους με τον γνωστό του λυρικό τρόπο.

Noh Player Drawing by Roberto PrussoΚι ύστερα, έπιασε την γιαπωνέζικη τραγωδία, το θέατρο Νο. «Μια βαθιά θρησκευτική τραγωδία, που έχει τις ρίζες της μέσα στο σπλάχνο της θεότητας, όπως και η αρχαία ελληνική τραγωδία» γράφει ο ίδιος. Η τραγωδία Νο γεννήθηκε από τον χορό και έχει κι αυτή πρωταγωνιστή της ήρωα τον θεό, όπως το αρχαίο ελληνικό δράμα. Νο θα πει εκτέλεση, δράμα και γεννήθηκε στην Νάρα, μέσα στον ναό του θεού Κασούγκα. Αρχικά ήταν μια κωμική τελετουργία, σχεδόν ασυνάρτητη, ένας χορός προς τιμήν της θεάς Αματερασού, της θεάς του ήλιου. Σιγά σιγά όμως, καθώς εξαπλωνόταν κι ο βουδισμός στην χώρα, άρχισε το δράμα να παίρνει μια άλλη μορφή πιο σύνθετη και πιο δεμένη. Μπήκε ο διάλογος θεού και ανθρώπου, μπήκαν οι μάσκες και τα σκηνικά, μπήκαν τα κείμενα των μεγάλων δραματουργών και ολοκληρώθηκε το έργο αποκτώντας συνοχή με διαλόγους και πλοκή. Έφτασε λοιπόν το θέατρο Νο μέχρι τις μέρες μας και θαυμάζεται για την όμορφη κινησιολογία του και την κληρονομιά που άφησε και αφήνει.

Από την τελετουργία του τσαγιού, Τσα-νο-γιου κι από την πολύπλοκη και πολυσήμαντη σύνθεση των Ιαπωνικών κήπων, το μάτι του έμπειρου συγγραφέα πέρασε και από το γιαπωνέζικο θέατρο, το Καμπούκι. Καμπούκι θα πει χάνω την ισορροπία μου, κάνω τρέλες! Η τέχνη αυτή γεννήθηκε στους δρόμους του Κυότο, όταν τον 15ο αι. η ιερή χορεύτρια ενός σιντοϊκού ναού, η Ο-Κούνι ξεκίνησε να χορεύει χτυπώντας ένα κουδούνι και τραγουδώντας θρησκευτικά τραγούδια. Σιγά σιγά κι άλλες χορεύτριες συνόδευσαν την Ο-Κούνι και χόρευαν μαζί της τους θρησκευτικούς χορούς με βεντάλιες, κουδούνια κι αγαπητικούς. Όσο περνούσε ο καιρός, αυτοί οι θρησκευτικοί χοροί πήραν μια πιο κωμική και λαϊκή μορφή κι έβαλαν τα θεμέλια για την δημιουργία του θεάτρου Καμπούκι. Στο Κυότο δημιουργήθηκε ο θίασος του Καμπούκι και ανέπτυξε ένα θέατρο στο οποίο συναντάει κανείς την γρήγορη και μονοκόμματη κίνηση του Κουκλοθέατρου Μπουνρακού της Όκο, την μεγαλοπρέπεια και τον πλούσιο ιματισμό του Νο, το τρίχορδο όργανο σαμισέν και τα παλιά, κλασικά έργα της Ιαπωνικης λογοτεχνίας, αποδοσμένα σε μια πιο λαϊκή μορφή. Το θέατρο αυτό γεννήθηκε από γυναίκες όμως το 1629 απαγορεύτηκε(!) η συμμετοχή τους λόγω «έκλυτου βίου» του θιάσου του Καμπούκι και πια τους γυναικείους ρόλους ανέλαβαν να ερμηνεύουν άντρες. Φυσικά, αυτό θυμίζει πολύ το αρχαίο ελληνικό θέατρο. Όπως και το Νο, έτσι και το Καμπούκι συνεχίζει την παράδοσή του προσφέροντας στο κοινό θεάματα και διασκέδαση.

Μετά το θέατρο Καμπούκι ο συγγραφέας μας πέρασε στην Ιαπωνική τέχνη. Οι γιαπωνέζοι έχουν συνδέσει στενά την τέχνη με την φύση. Θεωρούν ότι η τέχνη συνεχίζει και συμπληρώνει την φύση και μέσα από την πρώτη αναδύεται αριστοτεχνικά η δεύτερη: στην ιαπωνική κουλτούρα, μέσα στην τέχνη θα βρεις την φύση και μέσα στην φύση θα βρεις την τέχνη. Έτσι όπως παρουσιάζει ο Καζαντζάκης αυτόν τον λαό είναι σαν οι άνθρωποί του όχι μόνο να ορίζουν την φύση-μια κατεξοχήν ιδιότητα του δυτικού ανθρώπου-αλλά και να ορίζονται από αυτήν σε κάθε πτυχή της ζωής τους και της τέχνης τους-το βλέπεις στα έργα τους, στο περπάτημά τους, στο χαμόγελό τους ακόμα και στον τρόπο που χτίζουν τους ναούς και τα σπίτια τους.

Μέσα από τις περιπλανήσεις του ο Καζαντζάκης, πίσω από τα θέλγητρα της Ιαπωνίας, διέκρινε κι έναν άλλο κόσμο, παράλληλο, που ζούσε κι ανέπνεε δίπλα στις τέχνες, τους ναούς και την Ιαπωνική φύση.   Αυτή η άλλη πτυχή της Ιαπωνίας είναι ένας κόσμος που κρύβεται πίσω από τα μεταξωτά κιμονό, τα πουδραρισμένα πρόσωπα, τα πλημμυρισμένα χωράφια του ρυζιού και τα ζωγραφισμένα παραβάν. Είναι ένα πρόσωπο γκρίζο, ένα πρόσωπο άχαρο που δεν ευχαρίστησε καθόλου τον συγγραφέα που το αντίκρισε· είναι το πρόσωπο του καπιταλισμού, της βιομηχανικής και τεχνολογικής εξέλιξης. Προσπερνώντας τα πλούσια δάση από μπαμπού και την χιλιόχρονη και γοητευτική ιστορία των Σαμουάι ο Καζαντζάκης μιλάει για τα άχαρα εργοστάσια και τους ουρανοξύστες που ξεφύτρωσαν στην γη της Ιαπωνίας τα τελευταία χρόνια. Τονίζει την μεγάλη αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτά τα μεταλλικά «τέρατα» και την ήρεμη και πολύχρωμη φύση της ιαπωνικής κουλτούρας. Αναρωτιέται για το μέλλον αυτής της όμορφης χώρας και αναγνωρίζει την εξυπνάδα και το ανήσυχο πνεύμα των γιαπωνέζων που σπρώχνουν την παραγωγικότητα και την παραγωγή στα ύψη. Εντοπίζει, ίσως με πίκρα, έναν παράλληλο κόσμο που γεννιέται σ’ εκείνη την γη και που σιγά σιγά αφομοιώνεται και γίνεται αναπόσπαστο μέρος του ιαπωνικού τρόπου ζωής. Δεν μας κάνει άλλωστε εντύπωση αυτή η πίκρα, η οποία δεν πρέπει να μεταφραστεί σαν αποστροφή προς την εξέλιξη, αλλά να διαβαστεί υπό το πρίσμα μια ιδιόμορφης ιδεολογίας που είχε ο συγγραφέας. Είναι γνωστό ότι ο Καζαντζάκης εναντιώνεται σθεναρά στον δυτικό τρόπο ζωής και ασπάζεται την έννοια της «εκπύρωσης», της κατάρρευσης δηλαδή της επικρατούσας κοινωνίας και την γέννηση μιας άλλης, καλύτερης, υψηλότερης. Μέσα από τα μάτια αυτά βλέπει την Ιαπωνία ο Καζαντζάκης και δεν είναι περίεργο που θλίβεται βλέποντας την επέλαση του «νέου, «καταραμένου» κόσμου», βλέποντας, ίσως, πως η εκπύρωση δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα.

Η ικανότητα της αφομοίωσης όμως της γιαπωνέζικης κουλτούρας είναι που γεμίζει την καρδιά του Καζαντζάκη με αισιοδοξία. Αντιλαμβάνεται πολύ καλά τις εργασίες της αφομοίωσης αυτής γιατί έχει εντοπίσει από πριν μια από τις συναρπαστικότερες ιδιότητες του ιαπωνικού λαού: να αφομοιώνει κουλτούρες και ήθη και όχι να εξαφανίζεται μέσα σε ξένες ιδιομορφίες. Αυτή η ιδιότητα, παρ’ όλο που οπωσδήποτε είναι μια ασυναγώνιστη πηγή αισιοδοξίας, δεν είναι κάτι που μας κάνει και τόσο μεγάλη εντύπωση, αφού κανείς την εντοπίζει σε όλους τους πολιτισμούς του ανθρώπου από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας.

Sukeban: 20 Amazing Photographs Capture Badass Girl Gangs in Japan ...
Girl Gangs in ’70s Japan

Μέσα σ’ αυτήν την ταχύτατη δίνη του σύγχρονου Τόκυο ο συγγραφέας συναντάει μια νεαρή κοπέλα, την Γιοσιρό. Η Γιοσιρό είναι η αντιθετική φωνή που καλωσορίζει τον εκσυγχρονισμό και φωνάζει «Να πεθάνει η Ιαπωνία, να ζήσουμε εμείς!». Οι γυναίκες της Ιαπωνίας, από παλιά καταπιεσμένες σε μια χώρα με βαθιά παράδοση και συγκεκριμένα πρότυπα στέναζαν καθώς «πεινούσαμε και τρώγαμε λίγο, […] μιλούσαμε με μισό στόμα, γελούσαμε ένα γέλιο σιγανό, χί, χί, χί, όταν ήταν μπροστά μας ένας ξένος. Το πρόσωπό μας έπρεπε να ‘ναι μακρουλό σαν πεπόνι, το στόμα μας σα δαχτυλήθρα, κι ήταν τα γόνατά μας στραβά, γιατί από μωρά μας έδεναν στην ράχη τους και στράβωναν τα πόδια μας. […] Και παίρναμε τον άντρα που άρεσε όχι σε μας παρά στους γέρους και τον προσκυνούσαμε και τον λέγαμε αφέντη και του βάζαμε και του βγάζαμε τα παπούτσια και ξέραμε πως είχε μετρέσες μα ήταν η παμπάλαιη συνήθεια κι έπρεπε να υποταχτούμε στα «πνέματα των προγόνων»! Μα δεν είναι, δε μου λέτε, καλύτερα να υπακούμε στα «πνέματα των απογόνων;» λέει χαρακτηριστικά στον φορτισμένο της μονόλογο η Γιοσιρό. Μπορεί λοιπόν η παλιά και όμορφη Ιαπωνία να στέναζε τότε κάτω από τον «ζυγό» του εκσυγχρονισμού και ο Καζαντζάκης μπορεί να το έβλεπε αυτό και να στέναζε κι ο ίδιος, όμως υπήρχε και μια άλλη πλευρά, όπως συμβαίνει συνήθως, η οποία χρόνια καταπιεσμένη, μπορούσε πια μέσα σ’ αυτόν τον ασφυκτικό «νέο» κόσμο ν’ ανασάνει με περισσότερη ευκολία και να ονειρευτεί ελεύθερα. Η ιστορία αυτή της Γιοσιρό, η αγανάκτησή της, ξυπνάει στο μυαλό ένα αναπάντεχο παράλληλο: τα κορίτσια Sukeban. Τα κορίτσια Sukeban της Ιαπωνίας από την δεκαετία του 60 μέχρι την δεκαετία του 80 απάντησαν στα σφιχτά λουριά που είχε δέσει γύρω τους η χιλιόχρονη παράδοση με ακραίες πράξεις βίας, αντισυμβατική συμπεριφορά και ριζοσπαστισμό. Κουρασμένα από την προκαθορισμένη θέση τους στην κοινωνία απάντησαν πολύ ηχηρά και πολύ σθεναρά στην γοητευτική-για τα μάτια τα δικά μας και του Καζαντζάκη-παράδοση και κουλτούρα της Ιαπωνίας.

Japan Traditional Sumie Painting Fuji Mountain Sakura Sunset Japan ...Λίγο πριν αφήσει ο Καζαντζάκης την Ιαπωνία, μέσα στο τρένο για το επόμενό του ταξίδι προς την Κίνα, βλέπει για πρώτη φορά το ιερό βουνό των Γιαπωνέζων, το Φούτζι. Χιονισμένο και απαλό εμφανίζεται μπροστά του πάνω απ’ τα δέντρα και τους λόφους, μέσα από το κινούμενο παράθυρο του τρένου και γύρω του οι άνθρωποι το κοιτούν και εκστασιάζονται. Αυτό γέννησε, σίγουρα, τους θεούς, τα παραμύθια και τις γιαπωνέζικες ψυχές, σχολιάζει. Όπως γράφει ο συγγραφές λίγο πριν κλείσει το οδοιπορικό του αυτό:

«Όλα τα παιδιά της Ιαπωνίας έχουν ζωγραφίσει το Φούτζι αναρίθμητες φορές στα μαθητικά τους τετράδια, κι απ’ αυτό έμαθαν να τραβούν στέρεες απλές γραμμές που να συνδυάζουν τη δύναμη και τη χάρη» Κι όπως λέει κι ένα γιαπωνέζικο τραγούδι: η καρδιά της Ιαπωνίας δεν είναι το άνθος της κερασιάς· είναι το Φούτζι: «φωτιά ακατάλυτη, πειθαρχικά κουκουλωμένη με απάτητα χιόνια».

Κι έτσι κάπως τελειώνει το ταξίδι αυτό στην μακρινή γη της Ιαπωνίας. Ήταν ένα ταξίδι γεμάτο εμπειρίες και εποικοδομητικές πληροφορίες. Η γη εκείνη με τα πάθη της και την κουλτούρα της δεν θα μπορούσε να έχει αποκαλυφθεί πιο όμορφα.

2 comments

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s