Διαβάσαμε την “Αυτοβιογραφία μου” της Άγκαθα Κρίστι

Ο καιρός περνάει και η οπτική γωνία αλλάζει. Πριν από χρόνια, αφού είχα διαβάσει τα περισσότερα από τα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι, ανακάλυψα με ενθουσιασμό την αυτοβιογραφία της. Θυμάμαι ότι μου άρεσε πολύ, αλλά για διαφορετικούς λόγους από ό,τι σήμερα.

Τότε, είχα δώσει μεγάλη σημασία στα “μυστικά” της, πώς ξεκίνησε να γράφει, τι σκεφτόταν για τους διάσημους χαρακτήρες της και διάφορα παραλειπόμενα της συγγραφικής της καριέρας. Τώρα, απλώς αφέθηκα στη γοητευτική της αφήγηση.

Η εξιστόρηση ξεκινάει με τις αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία, όπου περιγράφει τα ευτυχισμένα χρόνια στο Άσφιλντ της Αγγλίας. Είναι εντυπωσιακό πόσο γερό μνημονικό διαθέτει η Άγκαθα Κρίστι. Κάθε τόσο αναφέρει απίστευτες λεπτομέρειες, ακόμα και για τα παιδικά της παιχνίδια, τις νταντάδες και ένα σωρό άλλα. Σιγά σιγά γνωρίζουμε τα πρόσωπα της οικογένειας: τη φοβερή μητέρα με την ισχυρή προσωπικότητα και το ανήσυχο πνεύμα, την έξυπνη και γοητευτική αδερφή, τον εκκεντρικό αδερφό και τον ήρεμο πατέρα της.

Μιλάει με αγάπη για τη Ματζ, τη μεγαλύτερη της αδερφή, την οποία θεωρούσαν την ταλαντούχα της οικογένειας, ενώ εκείνη “αργόστροφη”. Η Ματζ έγραφε, διηγήματά της είχαν δημοσιευτεί στο Vanity Fair, και ένα θεατρικό της έργο ανέβηκε στο Βασιλικό Θέατρο, όμως τελικά αφοσιώθηκε στον γάμο της. Η Άγκαθα, από την πλευρά της, δηλώνει ότι η ίδια δεν ήταν πολύ καλή σε τίποτα, ούτε είχε καμία φιλοδοξία να γίνει συγγραφέας. Στην ηλικία των 11, όμως, δημοσιεύτηκαν οι πρώτοι της στίχοι στην τοπική εφημερίδα με τη βοήθεια της Γιαγιάκας (όπως την έλεγε).

Συνεχείς οι αναφορές στη μητέρα της και στις παράξενες ιδέες της, που από τη μία θεωρούσε ότι τα παιδιά πριν από την ηλικία των οκτώ δεν πρέπει να διαβάζουν (κάτι που η Άγκαθα Κρίστι φυσικά αγνόησε), από την άλλη πίστευε σε κάποια φάση ότι τα κορίτσια χρειάζονται ελευθερία, καθαρό αέρα, και να μην τα ζορίζεις.

Παράλληλα, ξεδιπλώνει την αγάπη της για το διάβασμα. Από μικρή διάβαζε πολλά παραμύθια, γεγονός που την οδήγησε σε σκέψεις σχετικά με το αίσθημα του φόβου:

Γιατί μου άρεσε να τρομάζω; Ποια ενστικτώδη ανάγκη ικανοποιεί ο τρόμος; Γιατί αρέσουν στα παιδιά τα παραμύθια με αρκούδες, λύκους και μάγισσες; Μήπως υπάρχει κάτι μέσα μας, που επαναστατεί ενάντια σε μια ζωή τόσο ασφαλή; Άραγε, να είναι αναγκαίο ένα κάποιο ποσοστό κινδύνου στη ζωή των ανθρώπων;”

Μεγαλώνοντας στρέφεται στον Ντίκενς και σε άλλους γνωστούς συγγραφείς. Απολάμβανε τον Ντίκενς ιδιαίτερα στις αναγνώσεις με τη μητέρα της. Σε κάποιο σημείο αναρωτιέται αν ο λόγος, που έβαλε τον Ηρακλή Πουαρό να αποσύρεται για να καλλιεργήσει κολοκύθια, ήταν ένα περιστατικό από το “Νίκολας Νίκλεμπυ” του Ντίκενς, όπου ο αγαπημένος της χαρακτήρας φλέρταρε την κυρία Νίκλεμπυ, πετώντας της κολοκύθια πάνω από τον τοίχο.

Ένα από το πιο απολαυστικά μέρη του βιβλίου είναι οι περιγραφές της μικρής Άγκαθας για το υπηρετικό προσωπικό. Παρόλο που τονίζει ξανά και ξανά ότι δεν ήταν πλούσιοι, διέθεταν πλήθος από υπηρέτες και τραπεζοκόμους, τους οποίους περιγράφει γλαφυρά. Οι περιγραφές θυμίζουν το προσωπικό στην ταινία “Απομεινάρια μιας Μέρας”, όπου οι υπηρέτες ήταν ιδιαιτέρως σοβαροί και ήξεραν να κρατάνε τη θέση τους. Ουσιαστικά, είναι οι περιγραφές της τελευταίας περιόδου της βικτωριανής εποχής με τους υπηρέτες, τα απίθανα φαγοπότια με τα πολυάριθμα πιάτα, τα φορέματα, τις γιορτές, ένα βήμα πριν η ζωή στην Αγγλία απλοποιηθεί.

Κάποια στιγμή η μητέρα της αλλάζει γνώμη για την εκπαίδευση των κοριτσιών και τη στέλνει σχολείο. Εκεί η μικρή Άγκαθα θα δυσκολευτεί με τη γραμματική και ενώ βουτούσε με χαρά στην έκθεση, θα λάβει συχνά τον χαρακτηρισμό “υπερβολικά φαντασιόπληκτη”, καθώς και επικρίσεις επειδή έβγαινε εκτός θέματος.

Θυμάμαι το ‘Φθινόπωρο’ συγκεκριμένα. Είχα ξεκινήσει καλά, με χρυσά και καστανά φύλλα, αλλά ξαφνικά με κάποιο περίεργο τρόπο, έμπαινε μέσα και ένα γουρούνι -νομίζω ότι έσκαβε για βελανίδια στο δάσος. Εν πάση περιπτώσει, ασχολιόμουν με το γουρούνι, ξέχναγα εντελώς το φθινόπωρο, και η έκθεση έκλεινε με τις διασκεδαστικές περιπέτειες που ζούσε ο Λειχούδης το Γουρουνάκι, και το καταπληκτικό πάρτι με βελανίδια που έκανε στους φίλους του”.

Αργότερα, η Άγκαθα Κρίστι συνεχίζει τη μόρφωσή της στη Γαλλία. Η οικογένειά της κατέφυγε εκεί, όταν αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, αφού ήταν σύνηθες για τις αγγλικές οικογένειες να νοικιάζουν τα σπίτια τους και να μετακομίζουν για ένα διάστημα στη γειτονική χώρα. Στη Γαλλία πήγαν και μετά τον θάνατο τού πατέρα της στα 11 της, όπου η Άγκαθα συνέχισε τη μόρφωσή της. Σπούδασε πιάνο και τραγούδι και σκεφτόταν να ακολουθήσει επαγγελματική καριέρα, μέχρι που κυριεύτηκε από τρακ σε ένα κοντσέρτο. Μάλιστα, ο δάσκαλος της τής εξηγεί ότι δεν είχε την κατάλληλη ιδιοσυγκρασία για δημόσια έκθεση, κάτι που η Άγκαθα εκτίμησε, αφού δεν έχασε χρόνο και ενέργεια κυνηγώντας κάτι άπιαστο.

Την πρώτη της ιστορία, “Το Σπίτι της Ομορφιάς, την έγραψε με προτροπή της μητέρας της μια χειμωνιάτικη μέρα. Στη συνέχεια έγραψε και άλλες, τις έστειλε με ψευδώνυμο σε διάφορα περιοδικά, αλλά δέχτηκε απόρριψη. Μετά από τη μεσολάβηση ενός φίλου, ένας ατζέντης διάβασε ένα πρώιμο μυθιστόρημά της. Το απέρριψε, αλλά την προέτρεψε να ξεκινήσει ένα καινούργιο. Η Άγκαθα έγραφε διηγήματα, αλλά σύντομα το μυαλό της επικεντρώθηκε στα φλερτ, μέχρι που γνώρισε τον Άρτσι Κρίστι, τον πρώτο σύζυγό της. Οι δυο τους αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες και παντρεύτηκαν μέσα σε μεγάλη οικονομική ανέχεια.

Ξέρεις τι είναι το κουράρε;”

Του είπα ότι είχα διαβάσει γι’ αυτό.

Ενδιαφέρον πράγμα”, συνέχισε. “Πολύ ενδιαφέρον. Όταν το πάρεις από το στόμα, δεν σου κάνει κανένα κακό απολύτως. Όταν περάσει όμως στην κυκλοφορία του αίματος, σε παραλύει και σε σκοτώνει. Είναι αυτό που χρησιμοποιούν στα δηλητηριασμένα βέλη. Ξέρεις γιατί το κουβαλάω στην τσέπη μου;”

Ανατριχιαστική στιγμή, αφού αισθάνεσαι ότι μπαίνεις στον κόσμο των βιβλίων της, ότι συναντάς έναν από τους χαρακτήρες. Το περιστατικό το θυμήθηκε 50 χρόνια αργότερα, όταν έγραφε το βιβλίο “Φόνοι υπό Εχεμύθεια”.

Στο φαρμακείο τής ήρθε η ιδέα να γράψει μια αστυνομική ιστορία, μια παλιότερη πρόταση της αδερφής της. Αφού επεξεργάστηκε την υπόθεση στο μυαλό της, έπρεπε να βρει και τον ανάλογο ντετέκτιβ. Όπως αναφέρει, δεν θα μπορούσε να συναγωνιστεί ποτέ τον ένα και μοναδικό Σέρλοκ Χολμς, μέχρι που θυμήθηκε τους Βέλγους πρόσφυγες στην ενορία τους.

“Θα πρέπει να υπήρξε αστυνομικός επιθεωρητής, έτσι ώστε να ξέρει κάποια πράγματα από εγκλήματα. Θα ήταν σχολαστικός, πολύ τακτικός, σκέφτηκα, ενώ ξεκαθάριζα διάφορα άσχετα πραγματάκια στο δωμάτιό μου.

Γιατί να μη βγάλω τον ανθρωπάκο μου Ηρακλή; Θα ήταν ένας κοντός άνθρωπος -άρα Ηρακλής: καλό όνομα. Το επίθετό του ήταν πιο δύσκολο. Δεν ξέρω πώς κατέληξα στο Πουαρό (…) Πήγαινε καλά όχι με το Ηρακλής αλλά με το Ερκύλ, Ερκύλ Πουαρό”.

Ο πόλεμος τελειώνει, το νεαρό ζευγάρι ξανασμίγει, βρίσκουν σπίτι, μετακομίζουν εκ νέου, η Άγκαθα μένει έγκυος, αναγκάζεται να βρει μια νταντά να τη βοηθήσει. Είναι απολαυστικές οι περιγραφές της για τις επίδοξες νταντάδες, οι διάλογοί τους, αλλά και μια άλλη πτυχή του χαρακτήρα της: το ενδιαφέρον της για τα σπίτια. Όλη της τη ζωή θα κάνει αναρίθμητα ταξίδια (μια μεγάλη της αγάπη) και θα αλλάξει πολλά σπίτια, μερικά θα τα αγοράσει κιόλας και θα τα αναμορφώσει. Παράλληλα, γίνεται δεκτό το πρώτο της μυθιστόρημα το “Κουκουβάγια σε Καπνοδόχο” (The Mysterious Affair at Styles), από τον εκδοτικό οίκο Μπόντλι Χεντ, μετά από δύο χρόνια που το είχαν στην κατοχή τους. Η χαρά της ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να μη δώσει βάση στους όρους τού συμβολαίου (Σ.Σ. Τα ίδια συμβαίνουν και στις μέρες μας). Οι όροι προέβλεπαν ότι δεν θα έπαιρνε δικαιώματα μέχρι τα πρώτα 2000 αντίτυπα και ότι έπρεπε να τους δώσει τα πέντε επόμενα μυθιστορήματά της, με ελάχιστη αύξηση στα δικαιώματα. Επίσης, τα μισά δικαιώματα για ραδιοφωνική ή θεατρική διασκευή θα πήγαιναν στον εκδότη.

“Πήγα σπίτι, περιχαρής, και το είπα στον Άρτσι, κι εκείνο το βράδυ πήγαμε στο Παλαί ντε Ντανς για να το γιορτάσουμε.

Μαζί μας είχαμε και ένα τρίτο άτομο, αν και δεν το ήξερα. Από τον λαιμό μου κρεμόταν ο Ηρακλής Πουαρό, ο Βέλγος που είχα επινοήσει, αγκιστρωμένος γερά σαν τον Γέρο στη Θάλασσα”.

 

Δυστυχώς, τότε η Άγκαθα αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά στην προσωπική της ζωή, και σύντομα ο άντρας της ζητάει διαζύγιο. Αιτία μια άλλη γυναίκα. Μια δύσκολη περίοδος ξεκινάει. Η Άγκαθα προσπαθεί να σώσει τον γάμο της κυρίως για χάρη της κόρης της, της Ρόζαλιντ, όμως δεν τα καταφέρνει, καθώς ο Κρίστι δείχνει να μην μπορεί να ξεπεράσει τον έρωτά του.

Ίσως γι’ αυτό να υπάρχει ένα ξεχωριστό βάθος στο “Ποιος σκότωσε τον Άκροϋντ”. Πάντως δεν γίνεται καμία αναφορά στη γνωστή 11μερη εξαφάνισή της, η οποία αποδόθηκε σε πνευματική σύγχυση. Προφανώς, είναι περιστατικό που την πονάει πολύ. Έχω την εντύπωση ότι μέσα στο βιβλίο της υπάρχει μια νύξη στο γεγονός αναφέροντας κάποια αμνησία, αλλά ίσως κάνω λάθος.

Θέλοντας να ξεπεράσει τη στεναχώρια της, στέλνει την κόρη της εσώκλειστη σε ένα σχολείο, και ξεκινάει τα αγαπημένα της ταξίδια. Σε ταξίδι της προς τη Βαγδάτη θα πάρει το θρυλικό Οριάν Εξπρές. Από τη Βαγδάτη θα ταξιδέψει στην Ουρ, όπου θα γνωρίσει το ζεύγος Λέοναρντ και Κάθριν Γούλι. Η Κάθριν είχε γοητευτεί από το μυθιστόρημα “Ποιος σκότωσε τον Ρότζερ Άκροϋντ” και σύντομα οι δυο γυναίκες έγιναν φίλες. Η επιβλητική της προσωπικότητα αποτέλεσε τη βάση για τον χαρακτήρα της Louise Leidner στο μυθιστόρημα “Έγκλημα στη Μεσοποταμία”.

Το 1930 η Άγκαθα Κρίστι θα επιστρέψει μαζί με το ζευγάρι στην Ουρ. Εκεί θα γνωρίσει τον δεύτερο σύζυγό της, τον αρχαιολόγο Max Mallowan, βοηθό στις ανασκαφές του ζευγαριού. Ο Μαξ πείθει την Άγκαθα να παντρευτούν, παρόλο που η Άγκαθα δεν θέλει να πληγωθεί ξανά, αλλά διστάζει κιόλας να συνάψει σχέση με έναν άντρα 14 χρόνια μικρότερό της.

Και όμως, ο Μαξ είχε δίκιο. Η Άγκαθα δείχνει να διανύει μια φωτεινή περίοδο της ζωής της. Γράφει με ενθουσιασμό για τα ταξίδια τους, για τις ανασκαφές και τη διαμονή στη Νιμρούδ, για την αρχαιολογία και είναι ολοφάνερη η αγάπη της για το επάγγελμα τού συζύγου τους. Στιγμές στιγμές, νομίζεις ότι η Άγκαθα γράφει την αυτοβιογραφία περισσότερο για να εξιστορήσει τις περιπέτειές τους από τις ανασκαφές, την ώρα που αναφέρεται στα βιβλία της ως μέσο για να βγάζει χρήματα. Η ίδια λέει ότι ως απασχόληση δήλωνε τα “οικιακά”.

Και όμως είναι η εποχή όπου γράφει μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, επηρεασμένες από ταξίδια της και την παραμονή της στα εξωτικά τοπία: “Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές”, “Έγκλημα στη Μεσοποταμία”, “Θάνατος στον Νείλο”.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλη τη διάρκεια της Αυτοβιογραφίας της, η Άγκαθα Κρίστι δείχνει προσγειωμένη. Γνωρίζει ποιες είναι οι ικανότητές της, μέχρι πού φτάνει, πόσο καλά τα καταφέρνει, αποσαφηνίζει κάποια στοιχεία για την τεχνική του αστυνομικού μυθιστορήματος σε σχέση με το θρίλερ, πληροφορίες σχετικά με τα ποια θεωρεί ιδανική έκταση ενός μυθιστορήματος και κάποιες σκέψεις της, χωρίς να βγάζει αλαζονεία. Αντιθέτως, κυριαρχεί η απλότητα, η ηρεμία και ένα απαλό χιούμορ, διάχυτο και στα βιβλία της.

Ιδιαίτερο γουστόζικη βρήκα την αγανάκτησή της, όταν προσπάθησαν να την πείσουν να κάνουν τον Πουαρό πιο νεαρό, να τον ονομάσουν Μπο Πουαρό, και να τον ερωτεύονται τα κορίτσια, στη θεατρική διασκευή του “Ποιος σκότωσε τον Άκροϋντ”. Τελικά, υποχώρησε μόνο στην αντικατάσταση του χαρακτήρα της Κάρολαϊν (με μια πιο νεαρή), ένας απολαυστικός χαρακτήρας κουτσομπόλας γεροντοκόρης, που μαζί με τη Γιαγιάκα και τις φίλες της, αποτέλεσαν βάση για τον χαρακτήρα της Μις Μαρπλ.

Η Μις Μαρπλ γεννήθηκε εξήντα πέντε- εβδομήντα χρόνων, μια ηλικία που όπως με τον Πουαρό αποδείχτηκε άτυχη, διότι θα έπρεπε να κρατήσει σε όλη τη διάρκεια της ζωής μου”.

Χαρακτηριστικές ατάκες της τετραπέρατης γριούλας: “Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν ο τάδε δεν ήταν πολύ εντάξει”. “Ναι”, έλεγε, “ήξερα ένα δυο τύπους σαν αυτόν”, όπως επίσης και ο ανιψιός της, ο Ρέιμοντ Γουέστ.

Όπως αναφέρει, οι ιδέες για την πλοκή των έργων της τής έρχονταν τις πιο απίθανες στιγμές, όταν π.χ. χάζευε τη βιτρίνα ενός καπελάδικου. Ορισμένες τις σημείωνε σε ένα τετράδιο, το οποίο μετά έχανε και όταν το ανακάλυπτε, δεν μπορούσε να θυμηθεί ποια ακριβώς ήταν η ιδέα. Συνήθως, με αφορμή τις σημειώσεις σκαρφιζόταν μια καινούργια ιστορία.

Συνεχίζοντας την εξιστόρησή της από τα ταξίδια με τον Μαξ και την παραμονή της στη Βαγδάτη, ήταν γύρω στο 1932, όταν βρέθηκαν προσκεκλημένοι ενός γιατρού για τσάι. Με κάποια αφορμή, ο γιατρός ξετύλιξε τις απόψεις του για τους Εβραίους. Η Άγκαθα Κρίστι αναφέρει ότι εκείνη την ώρα είδε τον πρώτο Ναζί της ζωής της.

Έμφαση δίνει η συγγραφέας και στα θεατρικά, που έγραψε. Δείχνει χαρά για την επιτυχία τους και περιγράφει πώς έγινε το στήσιμο του πιο διάσημου θεατρικού της, της “Ποντικοπαγίδας”, τα δικαιώματα της οποίας έδωσε στον εγγονό της, Μάθιου. Μάλιστα, αποδίδει μεγάλο μέρος της επιτυχίας της στην τύχη.

Από την άλλη, σε ένα σημείο αυτοκριτικής, γράφει ότι το “Μυστήριο του Γαλάζιου Τρένου” δεν την άφησε ικανοποιημένη, ενώ διασκεδάζουν οι σκέψεις της σχετικά με τη φορολογία και τη συγγραφή:

“Βλέποντας πόσο έχει ανέβει πια η φορολογία, με ευχαριστούσε το γεγονός ότι δεν άξιζε πια τον κόπο να δουλεύω τόσο σκληρά: ένα βιβλίο τον χρόνο ήταν υπεραρκετό. Αν έγραφα δύο βιβλία τον χρόνο, θα έβγαζα ελάχιστα περισσότερα από ότι με το ένα και θα είχα απλώς περισσότερη δουλειά να κάνω”.

Ακολουθούν οι περιγραφές για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Άγκαθα εργάζεται ξανά στο φαρμακείο ενός νοσοκομείου, αν και τώρα η παρασκευή φαρμάκων είναι πιο απλή. Περιγράφει την αντιμετώπιση της κατάστασης με ψυχραιμία, περιμένοντας το κακό να περάσει. Συγκεκριμένα, γράφει ότι δεν κατέβαινε ποτέ στα καταφύγια κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών από φόβο μην παγιδευτεί κάτω από τη γη. Συνήθως, κοιμόταν στο κρεβάτι της και έφτασε σε σημείο να μην ξυπνάει κιόλας!

Στο τέλος του βιβλίου κλείνει με στιγμές από την παραμονή του ζευγαριού στη Νιμρούδ, και τον επίλογό της. Δείχνει σαγηνευμένη από τη ζωή της στις μακρινές χώρες, από τα τοπία, τα χρώματα, τα πουλιά, από κάθε στιγμή.

Θαυμάσια η αυτοβιογραφία της Άγκαθα Κρίστι, ακόμα και σε σημεία πιο ανιαρά. Παντού κυριαρχεί το ανάλαφρο της χιούμορ, αλλά και η δίψα της για τη ζωή. Η Άγκαθα Κρίστι απόλαυσε τα μακρινά ταξίδια, παρά τις δυσκολίες τους, και αντιμετώπιζε κάθε κομμάτι της ζωής ως μια νέα εμπειρία. Πέρα από τη γαλήνη μάς μεταφέρει έναν άλλο κόσμο, μια άλλη εποχή, με γνήσιο εξωτικό χρώμα, τόσο χαρακτηριστικό σε πολλά βιβλία της. Εκτός από τους βασικούς ήρωες, συναντάμε γυναίκες ανεξάρτητες, έτοιμες να απολαύσουν τη ζωή, όχι με τον συμβατικό τρόπο της τότε εποχής, άντρες φλεγματικούς, και μια νοσταλγική σαγήνη.

Όμορφη η έκδοση από το πολυαγαπημένο “Λυχνάρι,” με δυσεύρετο φωτογραφικό υλικό στο μέσο του βιβλίου.

Για το Lovart’s Corner

Κωνσταντίνα Κοράκη

Ακούω μουσική, διαβάζω, γράφω, σκέφτομαι και απορώ με όσα συμβαίνουν γύρω μας. Έχω γράψει δύο βιβλία, την “Ανταριασμένη” και τη “Σαφένια”, καθώς και μια νουβέλα. Καμιά φορά αρθρογραφώ, κιόλας, ή γράφω διηγήματα.

Ιστολόγιο (διηγήματα, άρθρα)

 

Για το Lovart’s Corner

Κωνσταντίνα Κοράκη

Ακούω μουσική, διαβάζω, γράφω, σκέφτομαι και απορώ με όσα συμβαίνουν γύρω μας. Έχω γράψει δύο βιβλία, την “Ανταριασμένη” και τη “Σαφένια”, καθώς και μια νουβέλα. Ευτυχώς, γλίτωσα από τις κακοτοπιές. Καμιά φορά αρθρογραφώ, κιόλας, ή γράφω διηγήματα.

(Το να “εκδώσεις” είναι εύκολο. Το να γράψεις κάτι που να μείνει όμως…)

Ιστολόγιο (διηγήματα, άρθρα)

One comment

  1. Γεια! Μέσα από τα λόγια σου καταλαβαίνω λίγο παραπάνω την συγγραφέα των γνωστών βιβλίων. Ποπο, άκου λεει δεν ενδιαφερόταν να γίνει συγγραφεας και τελικα.. καταπληκτικό!

    Liked by 1 person

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s