Απόσπασμα από τη νουβέλα: “Η Λέσχη των Χρωμάτων” της Κωνσταντίνα Κοράκη

2. Πληροφορίες για τη Λέσχη

Fantasy Landscape του Αλέξανδρου Κοράκη

Στη Λέσχη κατοικούν συγκεκριμένα άτομα. Ναι, κατοικούν, ας φαίνεται ότι πηγαίνουν, απλώς, για έναν καφέ ή για να περάσουν ορισμένες ώρες μακριά από την καθημερινότητα. Όταν μπαίνεις στο κτήριο της Λέσχης αλλάζεις, γίνεσαι ο εαυτός σου που… Πώς να το θέσω, όχι ο αληθινός, ακούγεται κλισέ, αλλά ο άλλος, εκείνος που κρύβεται μέσα σου.

Παράξενο, ήμασταν καταπιεσμένοι, προτού ανακαλύψουμε τη Λέσχη; Δεν είμαι σίγουρος, δεν θυμάμαι καν, πάνε τόσα χρόνια από τότε που πρωτοήρθα. Ήταν ένα σούρουπο από εκείνα που σου πλακώνουν την ψυχή. Αλήθεια, κάτι με πλάκωνε, νόμιζα πως δεν θα άντεχα, και περιέργως το είχα αποδεχτεί. Συμβαίνει, ενίοτε, να αποδέχεσαι την ήττα σου και να την περιφέρεις σαν να είναι ένα ρούχο που αρχικά το βλέπεις με μισό μάτι, αλλά στη συνέχεια δυσκολεύεσαι να αποχωριστείς. Μη νομίζετε ότι ήμουν ένας κακομοίρης. Υπερηφανεύομαι ότι κανένας από τον περίγυρό μου δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Ξέρω να διαχειρίζομαι τέτοιες καταστάσεις.

Εκεί που περπατούσα απορροφημένος από τις σκέψεις μου, βρέθηκα σ’ ένα στενό. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου μια παράλογη σκέψη, ότι δηλαδή το στενό δεν υπήρχε πριν από λίγα δευτερόλεπτα.

Έχει σημασία;

Προχώρησα σαν υπνωτισμένος. Βλέπετε με έλκυε, δεν μπορούσα να του αντισταθώ, μάλλον με καλούσε. Σύντομα, οι τοίχοι και από τις δύο πλευρές κύρτωσαν προς το μέρος μου. Ιδέα μου θα είναι, το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια, όταν βρισκόμαστε σε σύγχυση. Συνέχισα να περπατάω, μέχρι που έφτασα μπροστά από μια βαριά ξύλινη πόρτα. Σήκωσα το βλέμμα μου ψηλά για να την ακολουθήσω ως τον ουρανό. Πήρα μια βαθιά ανάσα, τη χρειαζόμουν οπωσδήποτε, ενώ άκουγα ένα φιλικό τρίξιμο.

«Περάστε», άκουσα‧ ή μήπως το σκέφτηκα; Ποιος ξέρει… Εγώ, πάντως, υπάκουσα πειθήνια.

Μόλις μπήκα, ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε από τα σωθικά μου. Λυτρωτικό συναίσθημα, ελπιδοφόρο. Προτού προλάβω να σκεφτώ οτιδήποτε άλλο, παρουσιάστηκε μπροστά μου ένας υπέρκομψος άντρας. Μπάτλερ, το δίχως άλλο. Ο Ζάγκφρεντ, όπως μου συστήθηκε, είχε μέσο ανάστημα και διεισδυτικό βλέμμα. Καστανός με περιποιημένες φαβορίτες, λεπτά χείλη, μακριά μύτη και επιβλητική στάση σώματος.

«Σας περιμέναμε».

«Εμένα συγκεκριμένα;» ρώτησα απορημένος.

«Ω ναι, είσαστε το τρίτο μέλος».

«Ώστε υπάρχουν άλλα δύο».

«Περίπου» αποκρίθηκε ο Ζάγκφρεντ με μια δόση προβληματισμού.

«Μήπως είμαι το τέταρτο;» αναρωτήθηκα.

«Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, κύριε».

«Θέλω να πιστεύω, πάντως, ότι δεν είμαι το πρώτο».

«Να είστε βέβαιος γι’ αυτό» επιβεβαίωσε ανακουφισμένος. «Αν έχετε την καλοσύνη, δώστε μου το πανωφόρι και το κασκέτο σας και ακολουθήστε με».

Έτσι είπε ο Ζάγκφρεντ και έτσι έπραξα, παρόλο που δυσανασχετώ όταν δεν ελέγχω καταστάσεις. Είχε γοητεία αυτή η ιστορία και χρειαζόμουν ένα ερέθισμα για να ξεφύγω από τα μονοπάτια του μυαλού μου. Σε λίγο βρεθήκαμε σ’ ένα ευρύχωρο σαλόνι, πελώριο για την ακρίβεια. Μια κομψή γυναίκα στεκόταν μπροστά από τη βιβλιοθήκη φορτωμένη από βιβλία‧ κάτι έψαχνε. Με μια γρήγορη ματιά πρόσεξα ότι τα περισσότερα βιβλία ήταν δερματόδετα, όπως πρέπει. Μισοέκλεισα τα μάτια μου για να τα οσφρανθώ, η μυρωδιά του δέρματος με ηρέμησε. Ας τα κλείσω εντελώς για να βιώσω απόλυτα την εμπειρία, το πρόσωπό μου έγειρε απαλά προς τα αριστερά, συνήθιζα να μη στέκομαι στο κέντρο.

«Είστε σίγουρος;»

Μια μεταξωτά σαρκαστική φωνή με γύρισε πίσω. Πλέον, την αντίκριζα μεθυσμένος από τις μυρωδιές, από τις ανάσες των βιβλίων‧ με καλούσαν να τα ανοίξω. Είναι μία από τις απόλυτες αισθήσεις να χαθείς στη μέθη τους, στη γνώση τους και στο τελείωμα να αντικρίσεις μια γυναίκα που ξέρεις ότι θα σε παρασύρει σε έναν κόσμο δίχως τέλος.

Οξύμωρο; Μα έτσι δεν πάει, συνήθως;

Βλεφάρισα, καθώς την περιεργαζόμουν με ικανοποίηση. Φορούσε ένα μπλε φόρεμα έως το γόνατο καμωμένο από λεπτό ύφασμα με μια λεπτή ζώνη στη μέση σε απαλό ζαχαρί χρώμα. Στο ίδιο περίπου χρώμα όπως και οι μπαλαρίνες της, μόνο ελάχιστα πιο σκούρες. Εξαίσια η σιλουέτα της, λεπτοκαμωμένη με χάρη. Γλιστρούσε το βλέμμα πάνω της χαϊδεύοντας τις γραμμές της. Ταίριαζε το μετάξι στα σίγουρα, το φανταζόμουν στο κορμί της. Και τα μαλλιά της; Ξανθά με ζεστές καστανές ανταύγειες να χαϊδεύουν ασύμμετρα τη βάση του λαιμού της. Σκέψου να σε αγγίζουν τέτοιες χρυσαφένιες κορδέλες. Άραγε να ένιωσε τις σκέψεις μου; Έδειχνε απορροφημένη από ένα παχύ βιβλίο, όταν ξαφνικά στράφηκε προς το μέρος μου.

Αυτομάτως, έπιασα με το δεξί χέρι το τελείωμα από το σακάκι μου και το τέντωσα με νευρικότητα προς τα κάτω. Ξεροκατάπια κιόλας. Στο βλέμμα της φάνηκε μια αχνή ικανοποίηση.

«Σας περιμέναμε νωρίτερα» έκανε ελαφρώς απογοητευμένη.

Δεν τόλμησα να φέρω αντίρρηση. Για να το λέει, έτσι θα είναι.

«Ωστόσο ήρθατε».

Ένιωσα ότι η στάση της χαλάρωσε, κάτι σαν χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της, μια μικρή λάμψη στα μάτια της.

«Το όνομά σας;» ρώτησα σχεδόν ψιθυριστά.

«Είμαι η Ενθέλεια Ζοφεάλη».

«Και εγώ ο …»

«Γνωρίζω ποιος είστε» έκανε με σοβαρή φωνή σαν να την ενόχλησα.

Πάλι αυτό το αίσθημα νευρικότητας. Είχα την εντύπωση ότι κατάλαβε τι σκεφτόμουν. Με ένα μειδίαμα στράφηκε ξανά στη βιβλιοθήκη ξεφυλλίζοντας ένα λεπτό βιβλίο.

«Τι να πρωτοδιαβάσει κανείς…»

Σε εμένα το είπε ή στον εαυτό της; Μάλλον, το δεύτερο. Θεώρησα καλύτερο να μην την ενοχλήσω με μια τετριμμένη απάντηση. Απέραντος ο θησαυρός των βιβλίων, ατελείωτος, μια ζωή δεν επαρκούσε, είχαμε φροντίσει γι’ αυτό εξάλλου. Κοίταξα γύρω εξεταστικά‧ το δωμάτιο έδειχνε να έχει μεγάλο βάθος. Καθόλου δεν με πτοούσε, ήμουν αποφασισμένος να διακρίνω τι υπήρχε στο εσωτερικό του. Σήκωσα το βλέμμα μου προς τα σημεία όπου ενώνονταν οι εκατέρωθεν τοίχοι με το ταβάνι. Ιδέα μου; Οι γραμμές έδειχναν να υψώνονται προς το βάθος, λες και το ταβάνι προεκτεινόταν με μια κλίση είκοσι, περίπου, μοιρών. Η καρδιά μου χτυπούσε πιο έντονα, με αγωνία. Καιρό είχα να νιώσω τέτοιο συναίσθημα, κατά περίεργο τρόπο μού έδινε ευχαρίστηση. Άρχισα να προχωράω υπνωτισμένος με το βλέμμα σταθερό προς τα πάνω. Η Ενθέλεια παρατηρούσε αμίλητη, ίσως λίγο συγκινημένη.

Δεν πρέπει να την απογοητεύσω, εκείνη ειδικά ποτέ.

Καθώς διέσχιζα το δωμάτιο, πρόσεξα τα έπιπλα και στις δύο πλευρές. Αυξομειώνονταν, έχαναν το περίγραμμά τους. Η πολυθρόνα καμωμένη από βαθύ μπλε βελούδο ξάσπριζε, μεγεθυνόταν, ίσως να περίμενε έναν σημαντικό επισκέπτη. Πιο μέσα ένα μικρό ξύλινο σεκρετέρ τρεμόσβηνε, τα συρτάρια του ανοιγόκλειναν ρυθμικά, ίσως επιθυμούσε να μιλήσει. Όλο το δωμάτιο έδειχνε να κινείται, συνεπώς προχώρησα διστακτικά, ήθελα να ανιχνεύσω τους σκοπούς του, μπορεί να ήθελε να με εγκλωβίσει. Αστεία σκέψη, μα είναι δυνατόν να νιώθω καχυποψία; Μετά από λίγα βήματα με μεγάλο, ωστόσο, διασκελισμό έφτασα στο βάθος, όπου με περίμενε ένας ψηλός άντρας. Σχετικά νέος, όχι πολύ όμως, είχε εκείνο τον αξιοζήλευτο συνδυασμό της ωριμότητας μπολιασμένο ακόμα με τη φρεσκάδα της νιότης. Σπίθιζαν τα μάτια, ίσα που διέκρινες το χαμόγελό του. Περιπαικτικό; Ίσως.

Ακουμπούσε τον δεξί του αγκώνα στο τζάκι με μια ισχυρή δόση άνεσης και αυτοελέγχου. Πολύ κομψός στα αλήθεια, σκέφτηκα αφηρημένα, και ευπαρουσίαστος. Σκληρό πρόσωπο, με γωνίες. Ψυχρός και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του.

Άραγε να κατάλαβε τι σκεφτόμουν; Πολύ πιθανό. Πλέον, δεν έδινε σημασία σε εμένα, είχε εστιάσει στην Ενθέλεια.

Ενοχλούσα;

Ξαφνικά διαπίστωσα ότι το δωμάτιο είχε επανέλθει στο αρχικό του μέγεθος. Τότε πρόσεξα ότι η Ενθέλεια είχε έρθει δίπλα μου.

«Ας κάτσουμε» πρότεινε δείχνοντας με το χέρι της τις πολυθρόνες στο πλάι. Οι τρεις βρεθήκαμε στις πολυθρόνες. Καθόμασταν στις άκρες τους, δεν νιώθαμε άνετα.

Λάθος. Μόνο εγώ δεν ένιωθα άνετα.

Ο άντρας βυθίστηκε κοιτάζοντας την Ενθέλεια με ένα περιπαιχτικό χαμόγελο. Εκείνη ανταπέδωσε με θυμωμένο βλέμμα, ωστόσο μετά από λίγο τον αγνόησε, στράφηκε σ’ εμένα.

«Καλώς ήλθες» είπε αποφασιστικά.

«Καλώς σας βρήκα» έκανα διστακτικά.

Ο άντρας γύρισε προς το μέρος μου σαν να με έβλεπε για πρώτη φορά. Χαμογελούσε κιόλας. Αταίριαστο, θα έλεγα σε σχέση με την προηγούμενη έκφρασή του. Ακόμα και το χαμόγελο έδειχνε σκληρό πάνω του‧ σαν να τον φοβόταν.

«Σε χρειαζόμαστε» ξεστόμισε εντελώς αναπάντεχα.

Αναπάντεχη η συγκεκριμένη φράση. Ήμουν σίγουρος ότι θα με ρωτούσε διασκεδάζοντας πώς και κατέληξα εδώ. Παρατήρησα τα μάτια του‧ ειλικρινή, με μια δόση αγωνίας. Η Ενθέλεια έδειχνε πιο ψύχραιμη, όμως πρόσεξα ένα σφίξιμο στα χείλη της. Φαίνεται ότι οι δύο καινούριοι μου φίλοι (προφανώς θα με συνέδεε φιλία με αυτούς τους δύο ανθρώπους) με είχαν ανάγκη.

Ανάγκη…

Θυμάσαι που σου ψιθύριζα πόσο πολύ σε ήθελα; Που σε εκλιπαρούσα;

Σε είχα ανάγκη τότε, ήσουν η ζωή μου. Βήμα δεν έκανα χωρίς τη σκέψη σου, πουθενά δεν πήγαινα χωρίς εσένα. Ακόμα και όταν έλειπες. Μα για στάσου· συνήθως έλειπες. Σχεδόν πάντα. Μπορεί και πάντα. Γι’ αυτό σε κουβαλούσα μέσα μου, σε κάθε μου ίχνος, κάθε εκατοστό, νόμιζα ότι έτσι σε είχα. Και, όμως, έκανα λάθος

Οι σκέψεις έρχονται απρόσκλητες, συχνά με ένα φαινομενικά άσχετο ερέθισμα. Παράξενο πώς συνδέει το υποσυνείδητό μας τα ασύνδετα. Αναρωτήθηκα αν έπρεπε να τους αποκαλύψω περισσότερα για μένα, αν και κάτι με κράτησε. Δεν ήταν καχυποψία. Η καχυποψία είναι κακός σύμβουλος, πολύ κακός, είναι παγίδα, να το έχετε στο νου σας.

«Ξέρετε, γράφω…»

Οι λέξεις γλίστρησαν μέσα από το στόμα μου, μάλλον απέδρασαν, γιατί δεν είχα σκοπό να τις απελευθερώσω. Ίσως να γνώριζαν κάτι παραπάνω και με έβγαλαν από τη δύσκολη θέση. Καμιά φορά η ορθή λογική δρα ανασταλτικά.

«Το γνωρίζουμε» είπε ο άντρας σκύβοντας προς το μέρος μου.

Διέκρινα γνήσιο ενδιαφέρον στα μάτια του. Να, κάτι φρέσκο, κάτι διαφορετικό.

«Όλοι μας γράφουμε» συμπλήρωσε σε εμπιστευτικό τόνο.

Η Ενθέλεια ένευσε το κεφάλι της με μισόκλειστα μάτια.

«Γυάλιστρος Σκωπτιακός είναι το όνομά μου. Και από εδώ η Ενθέλεια Ζοφεάλη, αν και συστηθήκατε προηγουμένως». Καθώς έκανε τις συστάσεις, έριξε ένα λοξό ύφος προς το μέρος της.

Έμεινα έκπληκτος. Σαν να με χτύπησε κάτι εκείνη τη στιγμή, σαν να μου αποκαλύφθηκε κάτι που ήδη γνώριζα, αλλά στεκόταν διακριτικά στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Τα ονόματά τους παραλλαγμένα… Μα ναι, γνωρίζω αυτούς τους δύο. Έχουμε συνομιλήσει εκατοντάδες φορές, έχουμε διασταυρώσει τα «ξίφη» μας -διαδικτυακά πάντα- και έχουμε καταλήξει να σεβόμαστε ο ένας τον άλλο, όχι επειδή ανήκουμε σε ομάδες με σκοπό να αλληλοεξυπηρετούμαστε, αλλά επειδή αναγνωρίσαμε τα σημάδια.

Ευφυΐα, υψηλή μάλιστα, παραδοχή, ενσυναίσθηση, ενδιαφέρον.

Μας ένοιαζε ο κόσμος, πέρα από τον εαυτό μας. Αναγνωρίζουμε τα ελαττώματά μας, όμως δεν μας εμποδίζουν να ενδιαφερθούμε για όλους τους υπόλοιπους· με τον δικό μας τρόπο πάντα. Και φυσικά, είναι τα ιδιαίτερα μας χαρακτηριστικά, η δύναμη και το βάσανό μας, που μας ένωσαν και βαδίζουμε μαζί τους. Θα τα εξετάσουμε αργότερα, μη βιάζεστε, η υπομονή κάνει θαύματα.

«Λοιπόν;»

Η φωνή του άντρα με έβγαλε από τις σκέψεις μου. Τους κοίταξα εκ νέου. Μπροστά μου είχαδύο ανθρώπουςμε εξαιρετικές ικανότητες-ιδιότητες, όμορφο παρουσιαστικό και θέληση, πολλή θέληση για το αδιανόητο, σε μια εποχή που η συνήθεια ισοπεδώνει τα πάντα.

«Να σε υπολογίζουμε για τη συντροφιά μας;»

Όσο μιλούσε, το βλέμμα του ταξίδευε πάνω της. Συμφώνησα νοερά. Στα αλήθεια είναι έξοχη. Άψογο πρόσωπο, ίσως όχι εκπάγλου καλλονής, σμιλεμένο με αρμονία.Χαρακτηριστικά γεμάτα αποφασιστικότητα. Παρατήρησα ότι είχε μαζέψει τα μαλλιά της σ’ έναν χαλαρό κότσο με δύο τούφες να χαϊδεύουν τα αυτιά της. Μικρά κοχύλια που περίμεναν τον θαλασσινό αέρα να τα φιλήσει γλυκά με δροσερά χείλη.

Άραγε, να τους είχαν ψιθυρίσει τα σωστά λόγια; Μα ναι, τι ρωτάω.

Μάτια καστανά, έντονα, ήρεμα, με ζωηράδα, σε σχήμα γεμάτου αμυγδάλου, κόσμημα στο πρόσωπό της και δύο σαρκώδη χείλη, γεμάτα όσο πρέπει για να προσκαλέσουν. Και όμως όχι. Η έκφρασή της δεν άφηνε περιθώρια.

Ο Γυάλιστρος μισόκλεισε τα μάτια του σαν να οσφράνθηκε το μεθυστικό της άρωμα. Ευκαιρία να συστηθώ, σκέφτηκα.

«Και εγώ είμαι…»

«Ας αφήσουμε τις περιττές συστάσεις» με έκοψε ο Γυάλιστρος με ύφος που δεν χωρούσε αμφισβήτηση. Σε περιμέναμε εξάλλου. Αναρωτιόμασταν μήπως το μετάνιωνες».

«Να το μετανιώσω; Αφού δεν γνώριζα καν…»

«Τότε πώς ήρθες εδώ;» ρώτησε με ανασηκωμένο φρύδι. «Ελάχιστοι περνούν την είσοδο».

Τα έχασα, ένιωσα σαν να με μάλωναν. Οι σκέψεις άρχισαν να ξεκαθαρίζουν στο μυαλό μου. Μόνος μου ήρθα, είχε δίκιο, κανείς δεν με ανάγκασε, ούτε ήταν τυχαίο γεγονός.

Κοιταχτήκαμε και οι τρεις χαμογελώντας.

«Δέχομαι» ψιθύρισα με αδημονία.

«Ωραιότατα» αναφώνησε ο Γυάλιστρος και βυθίστηκε στην πολυθρόνα με ξεγνοιασιά εφήβου.

«Πρέπει να πιούμε κάτι» πρότεινε με ζέση η Ενθέλεια. «Ζάγκφρεντ».

Η φωνή της ήχησε απαλή, με δύναμη όμως. Ο Ζάγκφρεντ έφτασε γλιστρώντας στο χαλί μ’ έναν δίσκο στο ένα χέρι του, ενώ το άλλο λειτουργούσε ως πανί στην πορεία του.

Είχε έτοιμα τα ποτά;

Άξαφνα, αμφότεροι πετάχτηκαν όρθιοι. Ο Ζάγκφρεντ ύψωσε πρώτος το ψηλό ποτήρι με το αφρίζον περιεχόμενο.

«Στη Λέσχη! Στον νέο Κύκλο!»

«Ετούτη τη φορά δεν πρόκειται να σπάσει» τσίριξε η Ενθέλεια κατεβάζοντας μονομιάς το ποτό της. Τέντωσε το χέρι της αμέσως, δίχως να τον κοιτάζει.

«Κι άλλο, Ζάγκφρεντ».

«Αμέσως, Λαίδη».

Ήπιε το δικό του με μια μεγαλοπρεπή κίνηση και έσπευσε να γεμίσει πάλι το ποτήρι της Ενθέλειας, στ’ αλήθεια ωραιότατη. Ο Γυάλιστρος παρατηρούσε το δικό του με σμιχτά φρύδια. Δάγκωνε τα χείλη του, μάλιστα.

«Δεν είναι καλό;» ρώτησα διασκεδάζοντας.

«Μόνο καλό; Προετοιμάζομαι όμως».

«Αλήθεια;» ρώτησα δήθεν αθώα.

«Ω, ναι» ρουθούνισε με μισόκλειστα μάτια.

Με μια απότομη κίνηση το ήπιε. Πρόσεξα ότι τα βλέμματά τους συναντήθηκαν χαμογελώντας αρπακτικά ο ένας στον άλλο. Η Ενθέλεια, μάλιστα, γουργούριζε από ευχαρίστηση.

«Εσείς;» ρώτησε χρησιμοποιώντας ξαφνικά πληθυντικό.

«Στον ενικό, παρακαλώ,» έκανα τάχα μου ενοχλημένος «δεν έχουμε ανάγκη από τυπικότητες».

«Εξάλλου γνωριζόμαστε» συμπλήρωσε η Ενθέλεια πίνοντας άλλη μία γενναία γουλιά.

Ο Ζάγκφρεντ γλίστρησε στο χαλί με σπινθηροβόλο βλέμμα. Ήρθε η ώρα και για μένα να βρέξω τα χείλη μου, να γευτώ. Ίσως έτσι να απαλύνουν τα σημάδια, η αίσθηση της απουσίας. Έσκυψαν προς το μέρος μου ενθαρρυντικά. Η Ενθέλεια με άγγιξε απλά στον ώμο.

«Θα περάσει» ψιθύρισαν.

Και όμως‧ ούτε με τον χρόνο, ούτε με τίποτα περνούσε. Δεν ήθελα εξάλλου. Ο πόνος με συνόδευε, ήταν η ζωτική σου ανάμνηση. Χωρίς αυτόν δύσκολα θα επεβίωνα. Τα σημάδια σου με είχαν χαράξει. Πονούσα, αλλά συνάμα γέμιζα υπερηφάνεια. Ποτέ δεν θα τα αποχωριζόμουν. Ποτέ…

Απόσπασμα από τη νουβέλα: Η Λέσχη των Χρωμάτων

της Κωνσταντίνας Κοράκη

Εικόνα: Αλέξανδρος Κοράκης

Περιγραφή: «Στη Λέσχη κατοικούν συγκεκριμένα άτομα. Ναι, κατοικούν, ας φαίνεται ότι πηγαίνουν, απλώς, για έναν καφέ ή για να περάσουν ορισμένες ώρες μακριά από την καθημερινότητα. Όταν μπαίνεις στο κτήριο της Λέσχης αλλάζεις, γίνεσαι ο εαυτός σου που… Πώς να το θέσω, όχι ο αληθινός, ακούγεται κλισέ, αλλά ο άλλος, εκείνος που κρύβεται μέσα σου».

Ένας μυστηριώδης αφηγητής καυτηριάζει τον χώρο των γραμμάτων, ενώ σιγά σιγά αποκαλύπτει στους αναγνώστες ότι αποτελεί μέλος της Λέσχης. Εκεί, τέσσερις άνθρωποι συναντιούνται και αναζητούν την Ενθύμηση, τη χώρα όπου κρύβονται οι πιο πολύτιμες αναμνήσεις του καθενός. Σύντομα θα έρθουν αντιμέτωποι με αλλόκοτες καταστάσεις, αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Μπορείτε να διαβάσετε τη “Λέσχη” ελεύθερα στο ιστολόγιο της συγγραφέως:

https://wordpress.com/view/konstantinakoraki.wordpress.com

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s